

Η κορυφή από το όρος Μιτσικέλι.
του Στέφανου Τσιόδουλου
Aναδημοσίευση αποσπασμάτων από τα Ηπειρωτικά Χρονικά τόμος 35 του 2001 με τίτλο
Ἑκμετάλλευση χιονιού σε ορεινές κοινότητες του Νομού Ιωαννίνων,
όπως δημοσιεύθηκε στο 14ο τεύχος του περιοδικού ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ.
Ποιος μπορεί να φανταστεί σήμερα ότι τα χιόνια που βλέπουμε να καλύπτουν τις κορυφές των βουνών αποτελούσαν κάποτε εμπορεύσιμο είδος και ότι ένας ολόκληρος κόσμος ασχολούνταν με τη μεταφορά του χιονιού από το βουνό στην πόλη; Ολόκληρη η Μεσόγειος ήταν εξοικειωμένη με το εμπόριο του παγωμένου χιονιού και απολάμβανε τη δροσιά του μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού. Ο πάγος ήταν ο μόνος τρόπος για να δροσίζονται άνθρωποι και να θεραπεύονται ασθένειες. Οι μαρτυρίες των περιηγητών σχετικά με το εμπόριο του χιονιού στο χώρο της Μεσογείου είναι άφθονες. Εμείς, ωστόσο, δε θα σταθούμε σ’ αυτές. Αυτό που θα μας απασχολήσει εδώ θα είναι η εκμετάλλευση του χιονιού στην περιοχή των Ιωαννίνων.
Η Ήπειρος είναι κατεξοχήν ορεινή περιοχή. Στα ανατολικά της ορθώνεται η ραχοκοκαλιά της Πίνδου, ενώ αλλεπάλληλες οροσειρές διατρέχουν όλη την έκταση της. Στην υψηλή ζώνη της Πίνδου η χιονοκάλυψη είναι σχεδόν συνεχής και το χιόνι διατηρείται από τα μέσα του φθινοπώρου μέχρι τα τέλη της άνοιξης. Στις χαράδρες των βουνών το χιόνι διατηρείται ακόμη και το καλοκαίρι. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο που μπορούσε να βρει κανείς παγωμένο χιόνι μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού: από τις ορεινές ζώνες μέχρι τις πεδινές και τις παράλιες.
………………….
Το χιόνι στις χαράδρες των βουνών διατηρούνταν ως αργά το καλοκαίρι. Τα κλιματολογικά δεδομένα μεταξύ βουνού και πεδιάδας είναι πολύ διαφορετικά. Στα βουνά ο δροσερός καλοκαιρινός αέρας δεν επέτρεπε στους τσομπάνηδες να αποχωρίζονται την κάπα κατά το μεσημεριανό τους ύπνο. Και τα κοπάδια, στα ψηλότερα μέρη των βουνών δεν είχαν ανάγκη από στάλο γιατί δεν ενοχλούνταν από τον καλοκαιρινό ήλιο. Για παράδειγμα, στο Μιτσικέλι πάνω από την τοποθεσία Βρύση οι Σαρακατσάνοι δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ στάλο.
Την ίδια στιγμή στις εσωτερικές πεδιάδες της Ηπείρου το καλοκαίρι ήταν ανελέητο. Η δροσιά των βουνών δεν μπορούσε εύκολα να φτάσει στους πυρωμένους κάμπους και να τους δροσίσει. Τα Γιάννινα φλέγονταν από τους αφόρητους καύσωνες και οι κάτοικοι κλείνονταν στα σπίτια τους.
Σ’ αυτή την κατάσταση, όπου η πόλη ήταν παραδομένη στη φλόγα του καλοκαιριού, άνθρωποι των βουνών αναλάμβαναν να την ανακουφίσουν προσφέροντας της τη δροσιά του παγωμένου χιονιού. Γεροδεμένοι άντρες μαθημένοι στη βαριά δουλειά ξεκινούσαν το απόγευμα από το χωριό τους, ανέβαιναν στο βουνό, εφοδιάζονταν με χιόνι και την άλλη μέρα τα χαράματα το πήγαιναν στα Γιάννινα. Η αμοιβή ήταν πενιχρή και το αντίτιμο, συχνά, ένας υψηλός πυρετός μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού ή κάποιοι χρόνιοι ρευματισμοί. Κάποτε και ένα κρυοπάγημα στα χέρια όπως στην περίπτωση του Γιάννη Μήτσαρη από τη Μικρή Γότιστα του οποίου τα δάχτυλα των χεριών είχαν υποστεί μόνιμη παραμόρφωση και παράλυση από το ψύχος του χιονιού.
Η προμήθεια της πόλης με χιόνι ήταν εποχιακό επάγγελμα κάποιων ορεσίβιων. Τον υπόλοιπο χρόνο, οι ίδιοι άνθρωποι, ασχολούνταν με τις καθημερινές εργασίες του χωριού και προμήθευαν τα Γιάννινα με καυσόξυλα, τυρί, βούτυρο και άλλα προϊόντα του βουνού. Η ζωή τους ήταν μια αδιάκοπη κίνηση από το χωριό στην πόλη και αντίστροφα. Σχεδόν πάντα επέστρεφαν αυθημερόν στο χωριό τους. Σπάνια να διανυκτερεύσουν στα χάνια των Ιωαννίνων.
Το παγωμένο χιόνι που έφθανε στα Γιάννινα προερχόταν από τα βουνά Μιτσικέλι (1810 μ.), Περιστέρι (2295 μ.) και Ολύτσικα (1974 μ.). Τα τρία βουνά περιβάλλουν το λεκανοπέδιο από τα βορειοανατολικά, ανατολικά και νοτιοδυτικά αντίστοιχα. Υπάρχουν βέβαια ψηλότερα βουνά που κρατούν πολύ περισσότερο χιόνι, όπως η Τύμφη (2497 μ.) του Ζαγορίου στα βορειοανατολικά και τα Τζουμέρκα (2429 μ.) στα νότια. Ο Σμόλικας (2637 μ.) πέφτει αρκετά μακριά για να τον μνημονεύσουμε. Ωστόσο, επειδή η απόσταση των βουνών αυτών από τα Γιάννινα ήταν μεγάλη, όλο ή το περισσότερο χιόνι θα έλιωνε στη διαδρομή και δε θα έφθανε στον προορισμό του. Όλη η προσπάθεια, επομένως, θα ήταν ασύμφορη. Για το λόγο αυτό, τα χιόνια των παραπάνω βουνών εξυπηρετούσαν τοπικές ανάγκες θεραπείας διαφόρων ασθενειών. Από τα Τζουμέρκα έφτανε χιόνι ακόμη και στην Άρτα για την ίαση των ασθενειών. Συγκεκριμένα, από την Κοστελάτα των Τζουμέρκων οι προμηθευτές κατέβαζαν το χιόνι στο χωριό Θεοδώριανα και από κει, με ενδιάμεση στάση και διανυκτέρευση στο σημερινό Κάτω Αθαμάνιο, το μετέφεραν στην Άρτα. Το χιόνι το χρησιμοποιούσαν και στα τοπικά πανηγύρια των χωριών για να παγώνουν τα ποτά. Σε ορισμένα χωριά πάλι, όπως στη Ράμια των Τζουμέρκων, την ημέρα του πανηγυριού του Δεκαπενταύγουστου πλανόδιοι πωλητές πουλούσαν στα παιδιά κομμάτια χιόνι εν είδει παγωτού.
Τα χωριά που εφοδίαζαν τα Γιάννινα με χιόνι ήταν οι Λιγκιάδες (940 μ.), η Μικρή Γότιστα (840 μ.), οι Μελιγγοί (740 μ.), το Αλποχώρι Ταήρ Αγά (Μαντείο) (720 μ.) και η Τσαρκοβίστα (Δωδώνη) (730 μ.). Το πρώτο έφερνε χιόνι από το Μιτσικέλι, το δεύτερο από το Περιστέρι και τα υπόλοιπα από την Ολύτσικα. Τα βουνά αυτά κρατούσαν αρκετό χιόνι σε ανήλιες χαράδρες συνήθως ως τα μέσα του καλοκαιριού. Το Περιστέρι ακόμη αργότερα.
Ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό το θέαμα να βλέπει κανείς στην καρδιά του καλοκαιριού ένα τσουβάλι χιόνι στην αγορά των Ιωαννίνων. Ιδίως αν σκεφτούμε ότι στα Γιάννινα η μέση θερμοκρασία του Ιουλίου κυμαίνεται στους 25°C ενώ για τον ίδιο μήνα η μέγιστη μπορεί να ξεπεράσει τους 40°C. Με το χιόνι έφτιαχναν παγωτά οι ζαχαροπλάστες της πόλης.
Νοστιμότατα παγωτά έφτιαχνε ο Αχμέτ Γκέκας1 που είχε μαγαζί στις αρχές της οδού Αβέρωφ αριστερά (στο σημερινό αριθμό 9). Το μαγαζί λειτούργησε περίπου μέχρι την απελευθέρωση της πόλης το 1913. Εκτός του παγωτού πρόσφερε χαλβά ταχινένιο, στραγάλια και σουτζούκια. Επίσης, προμήθευε με μπουζά (γλυκοϋπόξινο ποτό) τους πλανόδιους πωλητές. Το πρώτο πράγμα που ένιωθε ο πελάτης μπαίνοντας στο μαγαζί ήταν το ευεργετικό κύμα της δροσιάς που προκαλούσε το αποθηκευμένο χιόνι και το παγωμένο νερό που έτρεχε στις μαυρόπλακες του δαπέδου κατά το λιώσιμο του χιονιού. Το μαγαζί δεν είχε τραπεζάκια. Είχε γύρω στους τοίχους καναπέδες παραγεμισμένους με άχυρο όπου κάθονταν οι πελάτες και έτρωγαν το παγωτό μέσα σε φλιτζάνια. Το χειμώνα στις ίδιες θέσεις έπιναν σαλέπι. Το μαγαζί πρόσφερε δύο είδη παγωτού: ντόντολμα (παρασκευασμένο με βάση το γάλα και το σαλέπι) και λεμονάτο. Το δεύτερο, είδος παγωμένης λεμονάδας που τρωγόταν με το κουτάλι, είχε ευρεία κατανάλωση τη σαρακοστή του Δεκαπενταύγουστου γιατί ήταν νηστίσιμο. Η χειροκίνητη παγωτομηχανή αποτελούνταν από ένα ξύλινο βαρέλι και από ένα κυλινδρικό τενεκεδένιο δοχείο με δύο χερούλια το οποίο περιείχε τα υλικά του παγωτού. Το τενεκεδένιο δοχείο εφάρμοζε μέσα στο βαρέλι. Ο μεταξύ τους χώρος γέμιζε με παγωμένο χιόνι το οποίο συμπιεζόταν καλά με τη βοήθεια ξύλου. Μέσα στο χιόνι έριχναν αλάτι. Αυτές τις φορητές χειροκίνητες μηχανές τις χειρίζονταν δύο, τρεις καλφάδες έξω απ’ την πόρτα του μαγαζιού. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αχμέτ Γκέκας κρατούσε πάντα ένα γκιούμι με πηγαδίσιο νερό μέσα στο λιωμένο χιόνι. Έτσι, είχε το προνόμιο να ξεδιψά τους φίλους του προσφέροντας τους ένα ποτήρι κρύο νερό.
Η χρήση του χιονιού δεν περιοριζόταν μόνο στην παρασκευή παγωτού. Το χρησιμοποιούσαν επίσης οι πλανόδιοι πωλητές για να παγώνουν τα αναψυκτικά τους. Όσοι πωλούσαν λεμονάδες είχαν το χιόνι σωρό επάνω σε κάρο σκεπασμένο με ένα τσουβάλι. Έξυναν το χιόνι με ένα γυάλινο ποτηράκι και εκεί μέσα έριχναν τη λεμονάδα. Δεν έλειπαν, βέβαια, μέσα στο ποτήρι με τη λεμονάδα και κάποιες τριχίτσες από το τσουβάλι με το οποίο σκέπαζαν το χιόνι. Το χιόνι το χρησιμοποιούσαν και άλλοι επαγγελματίες: το μαγειρείο του Γκουγιάνου στην οδό Αβέρωφ, που άφησε εποχή, προμηθευόταν συχνά χιόνι για να διατηρεί παγωμένο το νερό που είχε για τους μουστερήδες του. Σημειωτέον ότι το νερό προερχόταν από τη φημισμένη πηγή Ντραμπάτοβα. Θα πρέπει ασφαλώς να ξαναθυμίσουμε ότι ο φυσικός πάγος ήταν σωτήριο γιατρικό σε πολλές ασθένειες και ότι τον χρησιμοποιούσαν ευρέως στα νοσοκομεία.
Για το εμπόριο του παγωμένου χιονιού στην πόλη των Ιωαννίνων δεν έχουμε σημαντικές γραπτές πηγές. Οι περιηγητές αγγίζουν ακροθιγώς το θέμα και δεν δίνουν περισσότερες πληροφορίες. Ο Leake, που περιηγήθηκε την Ήπειρο την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα, αναφέρει ότι τα Γιάννινα εφοδιάζονταν με χιόνι στις αρχές του καλοκαιριού από το Μιτσικέλι και την Ολύτσικα, ενώ στο τέλος από το βουνό του Συρράκου2. Μισό αιώνα αργότερα η Ε. Strangford γράφει για την ίδια πόλη ότι εξαιτίας της γειτνίασης των χιονισμένων βουνών αφθονούσε το τουρκικό παγωτό3. Τα ίδια περίπου γράφει και η Nora Bielecka στα 19094.
Η δροσιά του παγωμένου χιονιού δεν ξέφυγε, βέβαια, και της προσοχής του γαστρίμαργου Αλή πασά: «Προς έλάττωσιν των ιδίων αυτού δαπανών τους μεν κατοίκους των ορέων Μιτσικέλ και Περιστέρι υπεχρέωσεν, ίνα. προμηθεύωσιν αυτώ χιόνα κατά το θέρος, τους δε περί τα Ιωάννινα ποσόν καυσίμου ύλης προς θέρμασιν των παλατιών αυτού τε και των υιών του»5. Ο Κώστας Κρυστάλλης στέκεται μόνο στο ζήτημα της προμήθειας χιονιού από το χωριό του το Συρράκο: «…κατώρθωσεν ό Αλής να υποβάλη τους κατοίκους αυτών εις αγγαρείας, τους μεν Συρακιώτας εις μετακόμισιν χιονών κατά το θέρος εκ των ορέων των εις τα εν Ιωαννίνοις ανάκτορα του, τους δε Καλαρριτιώτας εις ανέγερσιν του φρουρίου εις το Σούλι»6. Ένα τέτοιο γεγονός δεν ήταν δυνατό να μην καταγραφεί στη συλλογική μνήμη των κατοίκων των χωριών. Οι σημερινοί Συρρακιώτες διηγούνται ότι προ αμνημονεύτων χρόνων οι προγονοί τους μετέφεραν πάγο στον Αλή πασά. Άκουσα μάλιστα την παράδοση -μάλλον υπερβολική- πως η παραπάνω αγγαρεία τους είχε επιβληθεί ως ποινή επειδή δεν του είχαν προσφέρει γυναίκα για το χαρέμι του. Η τοποθεσία η οποία τους παρείχε το παγωμένο χιόνι ήταν κάτω από την Τσουκαρέλα του Περιστεριού. Πρόκειται για τις Γκάλτσες: μία βαθιά τρύπα κάτω απ’ τον Τζιούγκο στην οποία οι Συρρακιώτες κατέβαιναν μετριχιές για να πάρουν το χιόνι. Το όνομα της τρύπας προήλθε από τα ομώνυμα πουλιά που φώλιαζαν εκεί. Όσο για τους Λιγκιαδίτες, η παράδοση αναφέρει πως ο Αλή πασάς αντί για φόρο τους «χάλευε» κάθε μέρα έναν τροβά χιόνι για το χαρέμι του. Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι οι διαδικασίες εκμετάλλευσης και μεταφοράς του χιονιού από τους χρόνους του Αλή πασά μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα παρέμειναν οι ίδιες αφού στην ύπαιθρο στο παραπάνω χρονικό διάστημα δεν άλλαξε σχεδόν τίποτε: τα ίδια μονοπάτια και ημιονικοί δρόμοι, τα ίδια μέσα μεταφοράς. Και αφού μιλάμε για μονοπάτια και δρόμους πρέπει να πούμε ότι τα μονοπάτια που ήταν χαραγμένα στις πλαγιές των βουνών, τροφοδοτούσαν τα Γιάννινα με ποικίλα αγαθά και ο ρόλος τους κατά την ιστορική τους διαδρομή δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητος. Όλα αυτά, εξακτινώνονταν από τα Γιάννινα στα βουνά και η ιστορία τους ήταν συνυφασμένη με την ιστορία και την οικονομία της πόλης.
Οι Λιγκιαδίτες ήταν οι κυριότεροι προμηθευτές χιονιού των Ιωαννίνων. Η κοινότητα των Λιγκιάδων έβγαζε κάθε χρόνο σε δημοπρασία το χιόνι. Και κάθε φορά δύο, τρεις χωριανοί συμμετείχαν σ’ αυτήν εικονικά. Έτσι, αφού καταβαλλόταν ένα συμβολικό ποσό από κάποιον από τους ενδιαφερόμενους (ουσιαστικά το ποσό μοιραζόταν στους κατοίκους), μπορούσε στη συνέχεια να εκμεταλλευθεί το χιόνι όποιος κάτοικος του χωριού ήθελε.
Ορισμένοι Γιαννιώτες, που είχαν άμεση ανάγκη χιονιού, έβγαιναν οι ίδιοι στους Λιγκιάδες με έναν τροβά, έπαιρναν ένα χωριανό να ξέρει το δρόμο και το έφερναν οι ίδιοι στην πόλη. Αυτό γινόταν μέχρι τα τέλη της άνοιξης, τότε που τα χιόνια ήταν ακόμη σε κοντινή απόσταση από το χωριό.
Όταν ήταν γλυκός και ζεστός ο καιρός οι Λιγκιαδίτες κουβαλούσαν χιόνι από το Μάρτιο. Αλλά συνήθως από τον Απρίλιο. Εφοδιασμένοι με τσεκούρια ξεκινούσαν για το βουνό το απόγευμα ώστε να φτάσουν στον τόπο του χιονιού όταν βασίλευε ο ήλιος. Αυτό γινόταν για να μην έχουν απώλειες κατά τη μεταφορά του. Το έκοβαν σε καλούπια, το τσουβάλιαζαν και το έφερναν «θαμπά» στο χωριό. Διαφορετικά το «έτρωγε» ο ήλιος. Συνήθως το κουβαλούσαν με μουλάρια. Όσοι δεν είχαν μουλάρια το ζαλικώνονταν στην πλάτη. Οι γυναίκες κυρίως. Τα τσουβάλια εκείνη την εποχή ήταν δύο ειδών: από λινό (λινάτσες) και από πρόβειο μαλλί. Στα τελευταία απέφευγαν να βάζουν χιόνι γιατί κρατούσαν νερό, όπως έλιωνε, και γίνονταν βαριά κατά τη μεταφορά. Αυτά τα ύφαιναν οι γυναίκες στον αργαλειό και τα χρησιμοποιούσαν για να βάζουν γεννήματα. Αντίθετα, οι λινάτσες δεν κρατούσαν πολύ νερό. Τις λινάτσες τις αγόραζαν από τα μπακάλικα των Ιωαννίνων. Όταν από το βουνό έφταναν στους Λιγκιάδες, έβαζαν το χιόνι για λίγες ώρες στα κατώγια που είχαν δροσιά. Τοποθετούσαν τα τσουβάλια πάνω σε χλωρά κλαδιά τα οποία είχαν στρωμένα στο δάπεδο. Συνήθως χρησιμοποιούσαν λεμπούσια, σκάρφες και σπλόνους. Προτιμούσαν τα λεμπούσια γιατί είχαν περισσότερη πρασινάδα. Πάνω από τα τσουβάλια ξαναέβαζαν χλωρά κλωνάρια. Οι φτέρες, που θα ήταν κατάλληλο φυτό γι’ αυτή τη δουλειά, δε φύτρωναν στους Λιγκιάδες.
Το Μιτσικέλι κρατούσε χιόνι μέχρι τον Ιούλιο. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, μπορούσε να βρει κανείς παγωμένο χιόνι μέχρι τις 10 με 15 Ιουλίου. Αυτό συνέβαινε γιατί παλιότερα επικρατούσαν διαφορετικές καιρικές συνθήκες. Σήμερα, ούτε χιονίζει τόσο, ούτε φυσούν οι απαραίτητοι δυνατοί βοριάδες που στοίβαζαν κάποτε το χιόνι σε απόγωνα, μπιστές και χαράδρες. Σε παλιότερες εποχές έπεφταν πολλά χιόνια τον Αντριά και το Γενάρη. Το αντρίσιο και γεναρίσιο χιόνι παγώνει εξαιτίας των χαμηλών θερμοκρασιών το χειμώνα και της μικρής διάρκειας της ημέρας. Αντίθετα, το φλεβαρίσιο δεν «στέκεται». Το χιόνι που πέφτει το χειμώνα είναι «χνούμη». Χρειάζονται έπειτα οι βροχές της άνοιξης για να «χοντρύνει», δηλαδή να σκληρύνει. Με τις βροχές λιγοστεύει μεν, αλλά σκληραίνει ταυτόχρονα και γίνεται σα χαλάζι.
Υπερήλικες Γιαννιώτες με πληροφόρησαν ότι στους Λιγκιάδες έσκαβαν λάκκους κι εκεί μέσα αποθήκευαν παγωμένο χιόνι, αφού πρώτα το πάταγαν καλά. Όταν έπειτα ερχόταν το καλοκαίρι, το κατέβαζαν στην πόλη. Οι τελευταίοι Λιγκιαδίτες μεταφορείς, όμως, ούτε το εφάρμοζαν, ούτε και το είχαν ακούσει από τους παλιότερους.
Τα πρώτα χιόνια που εκμεταλλεύονταν οι Λιγκιαδίτες ήταν κοντά στο χωριό. Έπαιρναν κάθε λάκκο και κάθε απόγωνο. Άρχιζαν από τα Πηγάδια, δηλαδή από το λάκκο της Βρύσης. Εκεί τους έφτανε για δύο, τρεις ημέρες. Την άνοιξη υπήρχαν χιόνια και σε χαμηλότερα μέρη αλλά ήταν διαλυμένα. «Πάταγες το ποδάρι και βούλτωνε». Το χιόνι έπρεπε να είναι παγωμένο. Αφού κατανάλωναν όλο το χιόνι από το λάκκο της Βρύσης ανέβαιναν σε ψηλότερα μέρη. Το χιόνι στον Προύσιο τους έφτανε για δύο με πέντε ημέρες. Στη συνέχεια ανέβαιναν στη Σαμαρίνη (Χάβο Σαμαρίνη). Δύο με τρεις ημέρες τους έπαιρνε εκεί μέχρι να το εξαντλήσουν. Το παγωμένο χιόνι σ’ αυτή την τοποθεσία ήταν παχύ και έκοβαν δύο μπλάνες χιόνι τη μία πάνω από την άλλη. Έπειτα έφταναν στην Ντομοβιά. Δύο με τρεις ημέρες κι εκεί. Από την Ντομοβιά ανέβαιναν στην Μπόλκο, στην κορυφή δηλαδή του βουνού. Και στη συνέχεια, αφού άφηναν το προσήλιο του βουνού, κατέβαιναν στην ανατολική πλευρά του: στο Χάβο-Σαμάρι, όπου κρατούσε το τελευταίο χιόνι. Σ’ αυτήν την τοποθεσία δεν πήγαιναν μουλάρια γιατί ο Χάβος είναι απότομη και δύσβατη χαράδρα. Έπρεπε να φτάσει κανείς με τα πόδια. Με τα ζώα έφταναν μέχρι τη βρύση Σουρπάτα. Από κει κατέβαιναν με τα πόδια περισσότερο από πεντακόσια μέτρα για να φτάσουν στο χιόνι του Χάβου. Όταν έφταναν, το έκοβαν τεσσαράγκωνο, το ζαλικώνονταν και το έβγαζαν στη Σουρπάτα. Πολύ σπάνια να φορτωθούν άντρες το χιόνι στην πλάτη. Ήταν περήφανοι και το’χαν σε ντροπή. Αυτό που έκαναν οι άντρες ήταν να κατεβαίνουν στο Χάβο μαζί με τις γυναίκες, να κόβουν το χιόνι με το τσεκούρι σε μπλάνες και να το φορτώνουν έπειτα στις γυναίκες. Στη Σουρπάτα το χιόνι άλλαζε πλάτη: από τις γυναίκες φορτωνόταν στα ζώα. Από κει ακολουθούσαν το δρομολόγιο: Σουρπάτα – Τσουκνίδα – Κορφή Σαμαρίνη – Κάτω Σαμαρίνη – Μπαρτζόπολη – Σελλώματα – Γκούντρη – ράχη Λάη – Λιγκιάδες.
Το κάθε κομμάτι του χιονιού που έκοβαν στους λάκκους έπρεπε να βγει ακέραιο, μονοκόμματο σαράντα οκάδων. Δηλαδή το κάθε φόρτωμα του ζώου να αποτελείται από δύο μονοκόμματα κομμάτια πάγου σαράντα οκάδων το καθένα. Το φόρτωμα αποτελούνταν από δύο μεριές και ζύγιζε το πολύ ογδόντα με εκατό οκάδες. Μεγαλύτερο βάρος απ’ αυτό δύσκολα σήκωνε το ζώο. Όταν το κομμάτι έσπαγε και δεν έβγαινε μονοκόμματο ήταν άχρηστο. Το άφηναν και έκοβαν άλλο. Αν το χιόνι ήταν σε μικρά κομμάτια τότε τριβόταν, έλιωνε γρήγορα και δεν το αγόραζαν οι ενδιαφερόμενοι στα Γιάννινα. Από τις ογδόντα οκάδες του χιονιού που φόρτωναν επάνω στο βουνό, στα Γιάννινα έφταναν οι σαράντα. Το μισό χιόνι «έφευγε» στο δρόμο.
Στους Λιγκιάδες, όπως είπαμε, διατηρούσαν το χιόνι για λίγες ώρες στα κατώγια. Ή και στην αυλή, όσο να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν λίγο οι μεταφορείς. Γιατί το χιόνι έλιωνε κι ας μην το χτυπούσε ο ήλιος. Αφού ξεκουράζονταν, σηκώνονταν πριν χαράξει και το κατέβαζαν στο Μπλίτσι. Από το Μπλίτσι με καΐκια το μετέφεραν στα Γιάννινα. Η μέρα τους έπαιρνε στο δρόμο. Πριν το 1930 το Μπλίτσι ήταν πόρος, πέρασμα δηλαδή, για τα Γιάννινα- όχι η Ντραμπάτοβα. Το Μπλίτσι και η Ντραμπάτοβα ήταν δύο μεγάλες ανάβρες στους πρόποδες του Μιτσικελιού δίπλα στη λίμνη. Από το Μπλίτσι γινόταν με τα καΐκια η κύρια συγκοινωνία των Λιγκιάδων και του Στρουνίου (Αμφιθέας) με τα Γιάννινα. Αλλά όταν το 1929 άρχισε να κατασκευάζεται ο αμαξιτός δρόμος Ιωαννίνων – Μετσόβου, το Μπλίτσι έχασε κάπως τη σημασία του και η Ντραμπάτοβα απέκτησε μεγαλύτερη κίνηση. Γιατί πλέον τα χωριά Γκοβριτσά (Κρυόβρυση) και Μάζια, ενώ πριν τη διάνοιξη του καινούριου δρόμου, επικοινωνούσαν με τα Γιάννινα διαμέσου Πόρου Αρδομίστας (Λογκάδων), τώρα τους ήταν πιο βολικό να φτάνουν πρώτα στην Ντραμπάτοβα και από κει με το καΐκι να διαπεραιώνονται απέναντι στα Γιάννινα. Άλλαξε συνεπώς κατά κάποιο τρόπο, και το δρομολόγιο του χιονιού. Το παραδοσιακό δρομολόγιο του χιονιού ήταν: Λιγκιάδες – Λόκοβα – Απάνω Σέλλωμα – Κάτω Σέλλωμα –Καραμπέροβα – Στρούνι (μέσα στο χωριό) – Κιόσκι – Μπλίτσι – Γιάννινα (Μώλος). Στο κατέβασμα έκαναν 3/4 της ώρας. Στο ανέβασμα πάνω από ώρα. Το νέο δρομολόγιο που χρησιμοποιήθηκε ήταν: Λιγκιάδες – Λόκοβα – κορυφή Φτελιάς – Κρανιά – Ντραμπάτοβα -Γιάννινα (Μώλος).
………………
Όταν τελείωνε το χιόνι από το Μιτσικέλι, οι Γιαννιώτες συνέχιζαν να το προμηθεύονται από την Ολύτσικα και το Περιστέρι. Η Ολύτσικα μπορούσε να δίνει χιόνι το πολύ ένα μήνα αργότερα από ό,τι το Μιτσικέλι. Ενώ το Περιστέρι όλο το χρόνο.
……………..
Δύο, λοιπόν, βουνά, το Μιτσικέλι και το Περιστέρι, έκαναν προσιτό το αγαθό τους διαμέσου της λίμνης. Μόνο το δρομολόγιο με αφετηρία την Ολύτσικα οδηγούσε στην πόλη εξολοκλήρου από χερσαίες εκτάσεις.
Η εκβιομηχάνιση της Ηπείρου που ήρθε καθυστερημένα εκτόπισε πολλά επαγγέλματα που άλλοτε ανθούσαν. Οι αλλαγές που σημειώθηκαν στις πρώτες κιόλας δεκαετίες του 20ού αιώνα μετέβαλλαν το εμπορικό και επαγγελματικό σκηνικό της πόλης. Όσο αφορά το εμπόριο του παγωμένου χιονιού αυτό διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40. Ήδη, από το 2ο τέταρτο του αιώνα ιδρύθηκε στα Γιάννινα το παγοποιείο FIX επί της οδού 28ης Οκτωβρίου (σήμερα στην ίδια θέση είναι κτισμένο το ξενοδοχείο Παλλάδιο). Η ανεπάρκεια του τεχνητού πάγου στα πρώτα χρόνια της εμφάνισης του θα παρατείνει για μικρό χρονικό διάστημα τον παραδοσιακό τρόπο τροφοδότησης της πόλης με παγωμένο χιόνι. Από τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και πέρα, όμως, θα εγκαταλειφθεί οριστικά ο παραδοσιακός αυτός τρόπος τροφοδότησης. Στο εξής, το εμπόριο του παγωμένου χιονιού θα αποτελεί ανάμνηση η οποία με το χρόνο θα γίνεται ολοένα και πιο γοητευτική.
Σημειώσεις:
1. Ο Αχμέτ Γκέκας, όπως έλεγαν, είχε στην κατοχή του την κάλτσα του νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου και άναβε μάλιστα και καντήλι μπροστά της. Πρόκειται για την κάλτσα που λείπει από το δεξί πόδι του Αγίου όπως εικονίζεται στις παλιές εικονογραφήσεις του μαρτυρίου του.
2. “But Ioannina is otherwise well situated to afford the luxury of cool liquors – Mitsikeli and Olytsika supplying snow in the early part of the season, and the mountain of Syrako to the latest period” (W. M. Leake, Travels in Northern Greece, Vol IV, Amsteram 1967, 145).
3. “From the vicinity of snowy mountains, the usual form of Turkish ice-cream abounded, and there were plenty of sweet shops” (Viscountess Strangford, The eastern shores of the Adriatic in 1863, London 1864, 27-28)
4. “ …A l’horizon, la chaine du Pinde, au sommet neigeux qui permet de faire des glaces et frapper le champagne en plain ete, grace aux neiges eternelles ” (Nora Bielecka, Souvenirs de Janina, Paris 1913, 29). Βλ. επίσης: Τα Γιάννινα εδώ και πενήντα χρόνια (Απόσπασμα από το βιβλίο της Nora Bielecka, Souvenirs de Janina, Paris 1913 κατά μετάφραση Δ. Σαλαμάγκα): Ηπειρωτική Εστία Θ’ (1960)3.
5. Ι. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Μελετήματα, τεύχος δεύτερον, ο Τεπελενλής Αλή
πασάς, εν Αθήναις 1887,42.
6. Κ. Λ. Κρυστάλλης, Ηπειρωτικαί αναμνήσεις, οι Βλάχοι της Πίνδου, Μαλακάσι:
Εβδομάς, επιθεώρησις κοινωνική και φιλολογική Η’ (1891) αριθ. 25 (22/6/1891)5.
Ο Στέφανος Τσιόδουλος είναι απόφοιτος της Ζωσιμαίας Σχολής της τάξης που αποφοίτησε το 1985. Είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο τμήμα Εικαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
4 Comments
Πολύ ενδιαφέρον άρθρο. Ευχαριστούμε Στέφανε
Πολύ ενδιαφέρουσα εργασία, με πολλά στοιχεία. Ευχαριστούμε για την ανάρτηση.
Πολυ ενδιαφερουσα εργασια Στεφανε συνχαρητηρια
Εξαιρετικό άρθρο Στέφανε. Ο γραπτός σου λόγος τόσο ζωντανός σαν να είμαστε κοινωνοί εκείνης της εποχής.
Σταύρος Χήτας