


Βιογραφικό
Ο φωτογράφος και φιλέλληνας Frederic Boissonnas (1858-1944) γεννήθηκε στη Γενεύη από πατέρα φωτογράφο. Επιθυμώντας να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, μαθήτεψε κοντά σε φημισμένους φωτογράφους στην Ουγγαρία και τη Γερμανία. Το 1887, ανέλαβε το οικογενειακό φωτογραφικό εργαστήριο και το τελειοποίησε. Στην άρτια απόδοση των πορτραίτων και τοπίων του -στα τελευταία στράφηκε αποκλειστικά με το πέρασμα του χρόνου – συνετέλεσαν τόσο η έμφυτη καλλιτεχνία του, όσο και η χρησιμοποίηση των πιο σύγχρονων για την εποχή μέσων φωτογράφησης. Ο ίδιος μαζί με τον αδελφό του Edmond-Victor παρασκεύαζαν ορθοχρωματικές πλάκες μεγάλων διαστάσεων με καταπληκτικά αποτελέσματα. Χάρη στην υψηλή ποιότητα της δουλειάς του, δεν άργησε να γίνει διάσημος. Οι αρχές του 20ού αι. τον βρήκαν βραβευμένο σε διεθνείς εκθέσεις με επαίνους και μετάλλια και με δικά του φωτογραφεία στο Παρίσι, στη Λυών, στη Ραίνς, στη Μασσαλία, στην Πετρούπολη.
Ο Frederic Boissonnas το 1903, παρακινούμενος από τον Άγγλο ευγενή Ο. G. Nappier, πραγματοποίησε με συνοδοιπόρο τον φίλο και συμπατριώτη του Ελληνιστή και Διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης Daniel Baud-Bovy (1870 – 1958), πατέρα του ελληνιστή και θεμελιωτή της ελληνικής εθνικομουσικολογικής έρευνας Samuel Baud-Bovy, το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, για να φωτογραφήσει τον Παρνασσό. Από τότε η ζωή του «προσανατολίστηκε και φωτίστηκε από τη μαγεία της Ελλάδας», όπως ο ίδιος έχει γράψει. Στα επανειλημμένα, μέσα σε πρωτόγονες συνθήκες μετακίνησης, ταξίδια του, (δεκατρία συνολικά έως το 1923) είχε συχνά συνταξιδιώτες τον Daniel Baud-Bovy και τους ομότεχνους γιους του Edmond-Edouard και Henry-Paul. Απαθανάτισε με το φακό του τον ορατό κόσμο της Ελλάδας. Τοπία, απόψεις πόλεων και χωριών, σκηνές της ποιμενικής και αγροτικής ζωής αποτυπώθηκαν στις εξαίρετες δημιουργίες του. Το δημιούργημα του ρομαντικού, φυσιολάτρη, αρχαιολάτρη και φιλέλληνα Frederic Boissonnas για την Ελλάδα αποτελεί – μέσα στην κλασικότητά του – μία σημαντική μαρτυρία για τις αρχαιότητες και τα μνημεία που χάθηκαν ή αλλοιώθηκαν, για τα τοπία που καταστράφηκαν, για την παραδοσιακή ζωή της ελληνικής υπαίθρου, που δεν υπάρχει πια.
Ο Frederic Boissonnas ήταν λάτρης της φύσεως και των βουνών και δεινός αναρριχητής ορειβάτης. Η ασύλητη – μέχρι τότε – κατοικία των θεών στον Όλυμπο απετέλεσε μια πρόκληση για τους ανήσυχους Ελβετούς. Και μετά από μια επίπονη και περιπετειώδη προσπάθεια ο Frederic Boissonnas και ο Daniel Baud-Bovy, με οδηγό τον γιδοβοσκό Χρήστο Κάκαλο κατόρθωσαν να “κατακτήσουν”, την 2α Αυγούστου 1913, την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, τον Μύτικα (2.918 μέτρα).
Στην βιβλιοθήκη της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος ανακαλύψαμε ένα αντίτυπο (το 50ο από τα 500 που εκδόθηκαν αρχικά) του φωτογραφικού λευκώματος του Frederic Boissonnas με τίτλο “L’EPIRE – BERCEAU DES GRECS” (ΗΠΕΙΡΟΣ – ΤΟ ΛΙΚΝΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ). Στο βιβλίο δεν καταγράφεται ο εκδότης και η ακριβής χρονολογία έκδοσης (πιθανώς λόγω σφάλματος του τεχνίτη που ανέλαβε την βιβλιοδέτηση ενός “διαλυμένου” αρχικού αντιτύπου) πλην όμως, στο τέλος της Εισαγωγής, αναγράφεται η χρονολογία “Σεπτέμβριος 1913”. Το γεγονός αυτό μας επιτρέπει να πιθανολογήσουμε ότι το λεύκωμα πρέπει να εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του 1913 ή λίγο αργότερα.
Από το ενημερωτικό σημείωμα του (Ελβετικού προφανώς) Εκδοτικού Οίκου πληροφορούμαστε ότι το συγκεκριμένο λεύκωμα αποτελεί το πρώτο μία σειράς λευκωμάτων που επρόκειτο να εκδοθεί με τον γενικό τίτλο “L’ IMAGE DE LA GRECE”, και θα ακολουθούσε η έκδοση των “d’Epire en Thessalie” και “Salonique et les vieilles basiliques byzantines”.
Στο πρωτότυπο βιβλίο (λεύκωμα) προηγείται το εισαγωγικό σημείωμα του Daniel Baud-Bovy και ακολουθεί η παράθεση των φωτογραφιών του Frederic Boissonnas που συνοδεύονται από τους απαραίτητους διευκρινιστικούς υπότιτλους. Επειδή ήταν αδύνατο να παρουσιάσουμε το σύνολο των φωτογραφιών ή να ακολουθήσουμε την ίδια διάταξη κειμένων και φωτογραφιών του πρωτοτύπου, επιλέξαμε την λύση της παράθεσης, χωρίς περικοπές, του θαυμάσιου εισαγωγικού κειμένου του Baud-Bovy και την επιλεκτικής παρουσίασης ορισμένων εκ των φωτογραφιών του Boissonnas.
Εάν επιχειρούσαμε να επισημάνουμε κάποια στοιχεία που θα μας επέτρεπαν να χαρακτηρίσουμε το συγκεκριμένο λεύκωμα σαν ”ιδιαίτερο” ή “σημαντικό” θα ήταν τα εξής: