



Ντάλα μεσημέρι καλοκαιριάτικο κι η κεντρική πλατεία (τότε δεν ήταν γνωστή ως πλατεία Πύρρου) έβραζε μεσ’ το λιοπύρι.
Οι πλάκες πυρωμένες ξαπόστελναν κύματα λάβρας που μόνο σε τρόφιμους της κόλασης άξιζαν.
Καρτερικά οι Γιαννιώτες τραβάνε για τη μεσημεριάτικη ανάσα στα σπίτια τους.
Άλλοι κουβαλάνε κάποιο σακούλι ή δίχτυ που μέσα διακρίνονται ένα καρπούζι και καρβέλια ψωμί. Άλλοι πάλι πιο «σοβαροί», με σακάκι κι ίσως γραβάτα, έχουν παραμάσκαλα την Ακρόπολη, εφημερίδα των εθνοπρεπώς σκεπτομένων, που μερικές φορές πονηρά υπέκρυπτε το Βήμα ή και την Αυγή ακόμα, τυλιγμένες για το φόβο των Ιουδαίων.
Πυκνά κάτασπρα σύννεφα άρχιζαν να σηκώνονται από διάφορες πλευρές του ορίζοντα που αργότερα θα μαύριζαν κρύβοντας μέσα τους αστραπόβροντα. Πλησιάζει η ώρα που θα ανοίξουν κατά τα συνηθισμένα οι μεσημεριάτικοι «καταρράκτες του ουρανού».
Οι δρόμοι αδειάζουν σιγά σιγά καθώς προνοητικοί οι περισσότεροι χώνονται στα σπίτια τους.
Οι γεμιστές ντοματοπιπεριές, το ιμάμ, τα λαχανικά τουρλού, η φέτα κι ίσως η μυρωδιά από τηγανιτούς κεφτέδες ή πιπεριές χαλαρώνουν την ένσταση της πρωινής προσπάθειας. Ακολουθεί κάτω από το χαρακτηριστικό ήχο της βροχής μεσημεριάτικος ύπνος.
Το ξύπνημα βαρύ και δύσθυμο βελτιώνεται από κάποιο καφεδάκι που το ακολουθεί στο δίσκο κρύο νερό και γλυκό κουταλιού.
Και τι δεν βρίσκεται εκείνη την εποχή, κεράσι, δαμάσκηνο, κούμπλο, βερίκοκο και απαραίτητο το βύσσινο.
Σιγά σιγά στεγνώνει ο τόπος από τη βροχή, οι θερινοί κινηματογράφοι και τα καφενεία αρχίζουν να απλώνουν τις καρέκλες τους. Στον αέρα διαχέεται ο ήχος από τα μεγάφωνα που προσκαλούν τους πολίτες για τη βραδινή τους διασκέδαση. Το πλοίο θα σαλπάρει, Ξεκινάμε πάμε μακριά, Μαντουμπάλα, Όμορφη Θεσσαλονίκη, και άλλα πολλά, πάρα πολλά άσματα κολλημένα στη μνήμη.
Οι Έσπερος, Τιτάν (αργότερα Τιτάνια), Ορφέας και Παλλάδιο γέμιζαν πολλές από τις έναστρες νύχτες μας. Μορφές αλησμόνητες οι Τσοκάνηδες, ο Μπίτας κι οι Σουρέληδες, στο χώρο του σινεμά. Φυστίκια και γκαζόζες, ο Στεφανάκης και ο Μανώλης, ο Τσίκος.
Αντηχούν στο βάθος οι καμπάνες του εσπερινού ή του Παρακλητικού κανόνα τις μέρες πριν το δεκαπενταύγουστο. Οι μπαχτσέδες καταπράσινοι και μοσχομυριστοί. Τα παιδιά ξαμολύθηκαν στους δρόμους και στις αλάνες, τρέχουν, φωνάζουν καθώς παίζουν και ζωντανεύουν τη γειτονιά. Σχολικές διακοπές, κανένα μπάνιο στη λίμνη ή ψάρεμα όχι όμως και θαλασσινά μπάνια για τους πολλούς τότε.
Δύσκολοι ακόμη οι καιροί. Μερικοί πήγαιναν για λίγο στα χωριά τους.
Αργότερα πλουτίσαμε, ένας Θεός ξέρει πώς και τα «μπάνια του λαού» έγιναν απαραίτητη ανάγκη, όπως και τόσες άλλες. Τώρα να δούμε πάλι.
Η ζωή τραβάει το δρόμο της και εμείς ανάλογα με τις αντοχές και τη νοημοσύνη μας ακολουθούμε.
Όταν βράδιαζε ψύχραινε η ατμόσφαιρα, για να καθίσεις έξω είχες ανάγκη από ζακέτα. Άρχιζε σιγά σιγά η απαραίτητη βόλτα πάνω κάτω στην πλατεία. Θεσμός διατηρούμενος απαρέγκλιτα και με την αρμόζουσα τελετουργία στη «μικρή μας πόλη».
Στην Όαση και στο Μαλάμου πορτοκαλάδα, λουκούμι, υποβρύχιο ή περγαμόντο.
Άλλοι, οι μεγαλύτεροι, πέρναν ούζο με μεζέ εκεί, στην πλατεία.
Στην κυρά Φροσύνη στη λίμνη φτάνανε οι αποφασιστικοί, κυρίως μάλιστα το μεσημεράκι.
Κάποτε οι φοιτητές της πόλης ήταν μετρημένοι στα δάκτυλα. Σιγά σιγά γίναμε περισσότεροι και σαν μαλάκωσαν κάπως οι συνθήκες της μεταεμφυλιακής περιόδου αρχίσαμε να ασχολούμαστε εμφανώς και με τα πολιτικά.
Αργά το βράδυ, μεταμεσονύκτιες ώρες, στον κήπο στο ΔΙΕΘΝΕΣ γινόταν ατελείωτες συζητήσεις, προβληματισμοί και οραματισμοί για το μέλλον, το καλλίτερο αύριο που θα ερχόταν στον τόπο μας. Σίγουρα δεν το βλέπαμε έτσι όπως εξελίχθηκε.
Ο αείμνηστος Κώστας Πύρρος ήταν Δικηγόρος απόφοιτος της Ζωσιμαίας Σχολής της τάξης που αποφοίτησε το 1960. Διατέλεσε Διευθυντής του περιοδικού ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ από το 30ο μέχρι το 44ο τεύχος.
Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ.
Οι φωτογραφίες είναι του Λάζαρου Σακελλαρίου
4 Comments
Υπέροχο κείμενο. Με ταξίδεψε στην πόλη που τόσο αγάπησα. Με ταξίδεψε στα παιδικά και στα νεανικά μου χρόνια. Τον πρώτο έρωτα της εφηβείας μου…
Ευχαριστώ Λάζαρε μου για το ωραίο ταξίδι, να είστε καλά όλοι οι λεβέντες της Ζωσιμαία…
Ωραιες αναμνησεις , βοηθατε να ζωντανεψουν στο μυαλο μας οι εικονες του παρελθοντος μας
Ο Κώστας τρυφερός, ευγενικός, ευφυής χαμηλών τόνων Γιαννιώτης αναδύεται για όσους τον ήξεραν ολάκερος μέσα από το γραπτό. Σε θυμάμαι Κώστα συχνά Στωικό και υπομονετικό προς το τέλος.
Τι να πω ότι με έκανε και δάκρυσα από χαρά ! Τι ωραίες αναμνήσεις