Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Ποίημα του Λογοτέχνη Ναπολέοντα Λαζάνη για την Άννα Παπούλια
 

Ναπολέων Λαζάνης, Αύγουστος 2003



Αναπλέοντας τον κόσμο για το νησί των Ιωαννίνων

Πως εκάθησε μόνη η παιδίσκη.

Αστρική σκόνη λούζει τις οξιές.
Τα έλατα. Το δάσος σιωπηλό.
Βαθύ μυστήριο.
Και στο μεγάλο ποταμό ψαρόβαρκα αναπλέει.

Δεν την βλέπει η παιδίσκη.
Ό,τι δεν σήμανε το πλήρωμα του χρόνου.
Ό,τι ξένη η μήτρα ολόγυρά της.
Κι' ο τόπος του βαρκάρη μακρινός.
Στο φως λουσμένος.
Μεσ' στη αχλύ του ονείρου της.

Αφού η λίμνη αναριγάει.
Χαϊδεύεται.
Η λίμνη παραδίδεται στο Μίχο το βαρκάρη.

Προς τι ο Ρήνος ποταμός.
Προς τι το δάσος.
Κι' η τόση ταραχή στα μύχια της ψυχής της.
Μακριά ο τόπος ο καλός.
Κι' η ανάσα των προγόνων.

Αφού ψιλή βροχή κοιμίζει τις οξιές.
Και στο νησί του ονείρου γέλια ακούγονται.
Χαρές. Καλή η ψαριά.
Και τα κυπρίνια ασήμωμα στα φουσκωμένα δίχτυα.

..............................................


Πως εβάδισε μόνη η γυναίκα.
Ανάπαυση δε βρίσκει στα μονοπάτια του κόσμου.
Υποτελής και μόνη.
Δούλη. Σε βλέμματα μικρών παιδιών.

Της φυγής αιχμάλωτη. Οδοιπόρος.
Το Θρήνος της σε ξένα χέρια παραδίδει.

Του χρόνου κυνηγός και Θήραμα.
Την κραυγή της σε στιγμές αποτυπώνει.
Όταν ο ήλιος προβάλλει και φωτίζει ένα ένα τα σπιτάκια του νησιού.

Που `ναι του κυματισμού ο αναστεναγμός.
Που να `ναι η λεύκα. Η συκιά.
Το άγουρο το μήλο.
Που `ναι οι τσίμες. Τα βατράχια. Το γλιστερό το χέλι.
Που `ναι των μικρών όγκων η απαλότητα.
Και της ψαρόβαρκας η μυρωδιά.

Κι' η γυναίκα πλανιέται.
Τι θέλει. Τι αναζητά.
Με το μυαλό της βάσανο.
Τύραννο. Και δυνάστη.
Αφού η ψυχή της λεύτερη.
Και το καλό της ξέρει.
Ξέρει τον τόπο το καλό.
Εκεί θα την τραβήξει.

..............................................


Εκεί το νούφαρο. Κι' η καλαμιά.
Η λεύκα του Αυγούστου.
Εκεί κι' ο Μίχος.

Θείον το φως
Στο Μιτσικέλι π' αναβλύζει.
Καθώς η νύχτα χάνεται
Σωπαίνουν τα βατράχια.

Δροσιά αυγής.
Της μέρας γέννηση.
Και κείνη για το μόλο.
Στη βάρκα που την καρτερεί
Για το μακρύ ταξίδι
Στο άγνωστο. Στο μέσα της.
Στο πιο κρυφό της πάθος.

Τι Θέλει η γυναίκα. Τι να δει.
Πως τη στιγμή τ' ονείρου να σφραγίσει.
Τα χέρια τα πελώρια του ψαρά.
Τ' άφωνα θηράματα στη βάρκα.
Τον τρόμο των πλασμάτων της βουβό
Της λίμνης που σκληρά τα παραδίδει.
Στον άνθρωπο το διώκτη κι' εραστή.
Λάτρη της φύσης γύρω του
Αυτής που υφαρπάζει.

Ω του Ενός σκληρότητα.
Θεία δικαιοσύνη.
Δίνω. Σκοτώνω. Ανασταίνω.

Ζωή κι' ανάσταση παιδιών.
Αυτών που κυνηγιούνται.
Μεσ' τις πανέμορφες αυλές.
Και στα σπιτάκια γύρω.

..............................................


Η γάτα γέννησε οχτώ.
Πεθαίνει η κυρ' Αγγέλω.
Ο τοίχος Θέλει άσπρισμα.
Ο φούρνος καταρρέει.
Ο Αύγουστος κι' η κάψα του.
Τον κόσμο τον κοιμίζει.
Εξόν τα μάτια του ψαρά.
Π' αστράφτουν. Αναμένουν.
Τη λεία από μουντό βυθό
Που η τύχη θα τον φέρει.

Βλέπει εκείνη. Προσπαθεί.
Το χρόνο να δαμάσει.
Το χρόνο που της ξεγλιστρά.
Απ' την κοιλιά της βάρκας.

Που `ναι η γαλήνη του ψαρά.
Ανάσα του μυαλού του.
Θέλει στην κάψα χειμωνιά.
Και παγωμένη λίμνη.
Θέλει να σπάζει τα νερά.
Πέρασμα να ανοίξει
Μέσα στη φλόγα τ' ουρανού.
Στην άπνοια της ημέρας.
Αυτά η τρέλλα του μυαλού.
Αυτά αποζητάει.

Και που η γυναίκα ν' αρπαχτεί.
Παράδεισο να νιώσει.
Στην τόση μέσα της ροή.
Της ζέστας. Των υδάτων.
Της φύσης της ονειρικής.
Της ίδιας της ψυχής της.

Πώς να μετρήσει. Να σκεφτεί.
Η άμοιρη γυναίκα
Αφού κι' αυτή στην κίνηση
Στην τόση ευτυχία
Είναι μεγάλη η χαρά
Μεγάλη η οδύνη.
Ο τόπος των προγόνων της
Βαθύτατα πληγώνει:

..............................................


Θέλει να βρει απόσταση.
Αυτή θα τηνε σώσει.
Να δει με καθαρό το νου
Την τόση ευτυχία.

Τη λίμνη. Τις ψαρόβαρκες.
Βατράχια μεσ' την τρέλλα.
Γλυφό νερό. Δρόμο μικρό.
Καδένα του νησιού της.
Τα δίχτυα με μπαλώματα.
Φρεσκοβαμμένες γλάστρες.
Και καραβίδες κόκκινες.
Τα χέλια μεσ' στη στέρνα.
Και να χαρεί και μυρωδιές.
Αφάνταστες. Τ' Αυγούστου.

Και βρίσκει την απόσταση.
Και βρίσκει ηρεμία.
Να δει τ' αποτυπώματα.
Τις τόσες ενθυμίσεις.
Και παίρνει μήνυμα πικρό.
Ο Μίχος δεν υπάρχει.

Έγιν’ αέρας ο ψαράς.
Θρασκιάς. Νυχτιάς γαλήνη.
Έμειν' αιώνια στο νησί.
Που τόσο αγαπούσε.
Δεν είναι εκεί. Δε βρίσκεται.
Δεν έχει πια εικόνα.
Η εικόνα του αποτύπωμα
Στα κάδρα της γυναίκας.
Για τον καθένα που νοεί.
Θέλει να τόνε ζήσει.

Και που η γυναίκα δεν μπορεί
Άλλο να του μιλάει.
Γιατί 'ναι ο Μίχος η ψυχή.
Κι' όλοι της οι προγόνοι.
Μέσα βαθιά στο είναι της.
Σύντροφός στα ταξίδια.
Ο Μίχος η γαλήνη της.
Στις μοναξιές του κόσμου.