Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Η Αφορεσμάδα (δημοτικό διήγημα)
 

Του Χ. Χρηστοβασίλη



Το Λυκοχώρι είναι ένα χωριό. Από καμιά εικοσαριά σπίτια, σκορπισμένα μέσα στα λόγγα κι΄ απόμακρα από τ' άλλα χωριά. Δεν ξέρω όμως καλά-καλά. που βρίσκεται αυτό το χωριό: κοντά στα Γιάννινα; Κοντά στην Άρτα; Κοντά στο Καρπενήσι; Στον Βάλτο; Στο Ξηρόμερο; Κάπου, τέλος πάντων, αυτού γύρα βρίσκεται, ο στραποκαμός. Αλλ' ένα ξέρω καλά, ότι αυτό το χωριό δεν έχει ούτε παπά — νάχωμε την ευκή του — ούτε εκκλησιά — βοήθεια μας. — Σχολειό δεν έχει, που δεν έχει, κι' ότι οι Λυκοχωρίτες είναι ανεκκλησίαστοι, αλειτούργητοι, αγράμματοι, αγριάνθρωποι.
Ένας απ' τους πολλούς Λυκοχωρίτες ήταν κι' ο Τσίλειας, που θα πει στην γλώσσα την Λυκοχωρίτικη Βασίλης.
Καλός άνθρωπος ο Τσίλειας. Είχε κάτι γιδάκια και κάτι προβατάκια και τα βοσκούσε ολόγυρα στο Λυκοχώρι, και τ αγαπούσε σαν παιδιά του, άλλ' απ’ όλο το κοπάδι του αγαπούσε πλειότερο τον Κανούτο, έναν τράγο, που μπορούσε να τον ζηλέψει και ο μεγαλύτερος τσιέλιγγας του τόπου, και να του μείνει το μάτι. Ο Κανούτος του είταν η ψυχή του κι΄ καρδιά του, του καημένου του Τσίλεια. Όλη μέρα βρίσκονταν με τον Κανούτο και μ΄ αυτόν μιλούσε και κουβέντιαζε. Τώδινε κι' έτρωγε ψωμί από το σακούλι του και τον μάθαινε πολλά πράγματα: να τον διατάζει και να πάει και νάρχεται, να τον διατάζει και να κάθεται κατά γης, να τον διατάζει και να σηκώνεται, να τον διατάζει και να παίρνει την αγκλίτσα στο στόμα και να τρέχει ανάμεσα στ' άλλα τα γίδια, και πολλά άλλα ακόμα γυμνάσια. Απορούσαν ο κόσμος για τη μεγάλη γνώση του Κανούτου, αλλ΄ ο Τσίλειας. συνηθισμένος να συναναστρέφεται μέρα νύχτα μ' αυτόν, τον τράγο, δεν απορούσε καθόλου κι' έλεγε :
— Τι ξαποράτε έτσι, ορέ κόσμε ; Μαθαίνει τ' αρκούδι να χορεύει και δεν θα μάθαινε ο Κανούτος μου τέτοια μικρά πράγματα;

********

Ξημέρωσε όμως μια μαύρη 'μέρα, πικρή και φαρμακωμένη πούχε γίνει άφαντος ο Κανούτος από το κοπάδι του Τσίλεια κι' από την περιφέρεια του Λυκοχωριού! Κανούτος εδώ, Κανούτος εκεί, πουθενά Κανούτος. Τ' είχε γίνει αυτό το σημαδιακό το τραγί, που ήταν ή δόξα και το καμάρι του καημένου του Τσίλεια; Κανένας δεν γνώριζε! Έρεψε ο δύστυχος ο Τσίλειας απάνω— κάτω στές ράχες και τα βουνά. τους κάμπους και τα λαγκάδια για να βρει τον Κανούτο του αλλά του κάκου! Ούτε φαίνονταν, ούτε ακούγονταν ο Κανούτος! Έπεσε να πεθάνει ο καημένος ο Τσίλειας από τον καημό του Κανούτου του, κι' από τότε του φαίνονταν ερημιά τα λόγγα και τα πλάγια και χαμένα όλα τα γιδοπρόβατά του, χωρίς τον Κανούτο.
Βλέποντας ένας γέροντας Λυκοχωρίτης τον Τσίλεια έτσι φαρμακωμένον από τη λύπη του και σε κακή κατάσταση, του είπε:
-Δεν τον ηύρες ακόμα τον Κανούτο, ορέ καημένε Τσίλεια;
-Δεν τον ηύρα, ο αρφανός, μπάρμπα μου, και μην τα ρωτάς.... Θα πεθάνω απ' το κακό μου.
-Για-στάσου, ορέ- παιδί, και μην κάνεις έτσι. Εύκολο είναι να πεθάνεις, αλλ΄ ο σκοπός είναι να ζήσης. Δεν πας και στον Δεσπότη να σου βγάλει μιαν αφορεσμάδα ;
-Και τι πράμα είναι ο Δεσπότης μπαρμπούλη μου; Και τι λογής είν' η αφορεσμάδα; Βρίσκεται μ' αυτά τα δυο ο Κανούτος μου;
-Ό Δεσπότης, που λες, είναι ένας μεγααααάλος παπάς, κι' ή αφορεσμάδα ένα μεγάλο χαρτί που λέει: «Όποιος πήρε τον Κανούτο του Τσίλεια του Λυκοχωρίτη νάναι αφορεσμένος και να μην λιώνει στον Κάτω Κόσμο, αν δεν τον δώσει πίσω». Άμα λοιπόν σου δώκει ο Δεσπότης αυτή την αφορεσμάδα, θα πάρεις δίπλα τα χωριά και θα την δίνης στους παπάδες να διαβάζουν στην εκκλησιά…..Έτσι, από χωριό σε χωριό θα βρεθεί εκείνος που πήρε τον Κανούτο σου γιατί θα προτιμήσει, βέβαια, να δώκει πίσω το κλεψιμιό, παρά να μείνει άλιωτος στον Κάτω Κόσμο….
-Θεός σ'χωρέσ' την μάννα σου και τον πατέρα σου, μπάρμπα, με την συμβουλή που μώδωκες! Αλλά πες μου κατά που κρατάει ο Δεσπότης; Σε βουνό, σε ράχη, σε κάμπο, σε λόγγο:
- Ούτε σε βουνό, ούτε σε ράχη. ούτε σε κάμπο, ούτε σε λόγγο... Οι Δεσποτάδες βρίσκονται στες πολιτείες, κι' αργά και που βγαίνουν και καμιά φορά περιοδεία στα χωριά.
-Και πως να του ειπώ, γερομπάρμπα, άμα τον βρω;
-Να του ειπείς, ότι είχες έναν Κανούτο, ότι σου τον έκλεψαν, ότι έκανες τα πλάγια και τα λόγγα άνω-κάτω και δεν τον ηύρες και να του ζητήσεις να σου βγάλει μιαν αφορεσμάδα κι' αυτός ξέρει τότε τι να κάνει.

**************

Μια και δυο ύστερα ο Τσίλειας πήγε στην πολιτεία να βρει τον Δεσπότη. Ήταν μια μέρα μακριά από το Λυκοχώρι η πολιτεία, και δεν ήξερε και τον δρόμο, γιατί δεν είχε πάει άλλη φορά.
Πήγε κι' ήρθε πίσω σε δυο μέρες στα χωριό του.
-Γεια σας και καλώς σας ηύρα, χωριανοί μου!...
-Γεια σου και καλώς ήρθες ! Του απολογήθηκαν οι Λυκοχωρίτες. Μολόγησέ μας τώρα τι είδες και τι έκανες εκεί πέρα στην πολιτεία.
-Πως να σας μολογήσω, ο έρμος, οροί χωριανοί μου, τα πράματα και τα θάματα που είδα. εκεί πέρα;
-Ορέ, μολόγα μας τα όπως-όπως να μάθομε κι΄- εμείς τι πράμα είν' η πολιτεία και τι πράμα είν' ο Δεσπότης...
Του είπαν οι Λυκοχωρίτες, κι΄ εκείνος άρχισε να τους διηγιέται:
-Πήγα στην πολιτεία, που λέτε, χωριανοί μου, για την αφορεσμάδα του Διαόλου! Ήταν πουρνό-πουρνό….. Τι πολιτεία η έρμη! Τα σπίτια μεγάλα και τρανά με δυο, με τρία πατώματα, κολλημένα τώνα με τ'άλλο, σαν μελόπιτες κι' ο κόσμος μυρμήγκι στους δρόμους πέρα-δώθε. Ρωτάω:
-Πούν' το σπίτι του Δεσπότη:
-Τράβα ίσια πέρα, μου λεν, και θα το βρεις.
Τραβάω ίσια πέρα... Χιλιάδες σπίτια μεγάλα πάλε και τρανά....
-Εδώ σε θέλω Τσίλεια, είπα μέσα μου. Να καταλάβεις ποιο είναι το σπίτι του Δεσπότη!...
Ματαρωτάω έναν άλλο:
-Πουν' το σπίτι του Δεσπότη;
Κι αυτός μου λέει. σαν και τον άλλο:
-Τράβα ίσια πέρα.
Δεν χάνω καιρό και ματατραβάω ίσια πέρα. Σπίτια πάλε χιλιάδες, κολλητά τόνα με τ' άλλο, όλο μεγάλα και τρανά, αλλά ποιο 'ναι το σπίτι του Δεσπότη; Τι να κάνω; Τι να κάνω: Ματαξαναρωτάω. και μάτα μου ξαναλένε:
-Τράβα ίσια πέρα…..
Δός του εγώ και δρόμο πάλε ίσια πέρα, κι' ίσια πέρα! Κι' έτσι πααίνοντας—πααίνοντας φτάνω σ' ένα μέρος που άνοιγαν πολλοί δρόμοι.
-Εδώ σε θέλω, Τσίλεια μου, ματάειπα. Ποιόν δρόμο θα πάρεις τώρα απ' τους πολλούς;
- Δεν κοτούσα να πάρω όποιον κι όποιον δρόμο από τους πολλούς.
Ξαναματαρωτάω πάλε έναν απ' τους πολλούς για το σπίτι του Δεσπότη, κι' αυτός μου δείχνει τον δρόμο.
Πααίνω, πααίνω, πααίνω και γλέπ' ένα μεγαααάλο σπίτι.
-Χωρίς άλλο, λέω από μέσα μου, αυτό τ' αφλότιμο θάναι το σπίτι του Δεσπότη.
Το κατάλαβα ότι ήταν αυτό αλλά ήθελα να βεβαιωθώ. Ρωτάω κι' ακόμα μια φορά:
-Αυτό 'ναι το σπίτι του Δεσπότη;
-Αυτό 'ναι.
Μου λεν, κι' εγώ δεν χάνω καιρό και γιούργια μέσα!
-Πουν' ο Δεσπότη;
Ρωτάω μια μαυροφόρα. που θα ήταν χωρίς άλλο η Δεσποτίνα, κι αυτή μου είπε τρομαγμένη:
-Στην εκκλησιά...
-Πουν' ή εκκλησιά; Της λέω κι' αυτή μου ξανάειπε:
-Κάτω στην αυλή….
Κατεβαίνω, λοιπόν, στην αυλή και μπαίνω στην εκκλησιά. Γένονταν ένα μεγάλο ντραβαλειό εκεί -μέσα. Πρώτη φορά έγλεπα κι' έμπαινα σ' εκκλησιά! ο καψαρός. Ρωτάω πάλε βιαστικά έναν απ' τους πολλούς:
-Ποιος είναι ο Δεσπότης;
Ένας γεροντοποιός μου είπε σιγανά-σιγανά:
-Μην κρένεις έτσι φωναχτά γιατί θα σε μαλώσει ο Δεσπότης και θα σε βγάλει όξω….
-Ορέ με γεια μου και με χαρά μου! του είπα. Μωρέ δω ναι τος ο Πειρασμός πώφαγα τα νύχια μου ως που να τον βρω;
Γύρισε όλος ο κόσμος προς εμένα .και με κοίταζε γελώντας και λέγοντάς μου:
-Σώπα ! Σώπα!
Ένας άλλος γεραλέος με ρώτησε μυστικά και μου είπε σαν φοβισμένος:
-Τι τον θέλεις τον Δεσπότη;
-Να μου δώκει την αφορεσμάδα.
Του απάντησα φωναχτά κι' άφοβα.
-Σύχασε, μου ξανάειπε ο γεραλέος. Όταν τελειώσει η κλεφτουριά, τον γλέπεις τον Δεσπότη, και του ζητάς ότι θέλεις. Τώρα σιωπή!
Τι νάκανα; θέλοντας και μη λούφαξα.
-Τι λογιών είναι, ορέ Τσίλεια, η εκκλησιά; Τον ρώτησε ένας Λυκοχωρίτης, με περιέργεια.
-Μαντρί τετράγκωνο, τειχωμένο γύρα-γύρα. Στη μέση ένα μεγάλο ισιόμπατο σπίτι, ψηλό και πλατύ κι' απ' έξω μια κρεββάτα. Μέσα τρία χωρίσματα: στόνα οι γυναίκες, στάλλο οι άντρες, και στάλλο κάτι τραγογένηδες, που πήγαιναν πέρα-δώθε. Οι τοίχοι του μέρους που στέκονταν οι άντρες ήταν γεμάτοι κολλημένους ανθρώπους, που δεν ταράζονταν καθόλου, σαν να ήταν πεθαμένοι. Απάνω, καταμεσής στέκονταν ένας μεγάλος και τήραε τον κατήφορο, χωρίς να λέει τίποτε. Κι' αυτός κολλημένος θα ήταν, αλλιώτικα θα γκρεμοτσακίζονταν απ' εκεί απάνω. Στο ίδιο μέρος κρέμονταν κάτι ποτήρια, πούταν μέσα φως, αν κι' ήταν μέρα. κι' έμπαινε μέσα ο ήλιος απ' όλα τα παράθυρα. Στο χώρισμα που χώριζε τους άνδρες από τους τραγογένηδες. Ήταν κάτι σαν παραθύρια, κι απ΄ αυτά τα παραθύρια πρόβαλαν κάτι ανθρώποι, άλλοι με άσπρα γένια, κι΄ άλλοι με μαύρα, κοιτάζοντας, άγρια τον κόσμο. Σ΄ ένα παράθυρο, δίπλα από την θύρα, ήταν και μια πολύ όμορφη γυναίκα, ντυμένη χρυσούς ντουλαμάδες μ' ένα μικρό παιδί, στην αγκαλιά της, πολύ όμορφο κι αυτό, και ντυμένο στα χρυσά, σαν βασιλόπουλο. Από την άλλη μεριά της θύρας πάλε, ήταν ένας άγριος άγριος, που βαστούσε ένα κεφάλι κομμένο στο ζερβί του χέρι! Σε άλλη θύρα πάλε ήταν ένας όμορφος άνθρωπος μ΄ ένα μεγάλο σπαθί στο χέρι του.
-Μωρέ τι πράμα είν΄ η εκκλησιά! Ξεφώνησαν οι Λυκοχωρίτες κι΄ ο Τσίλεις ξακολουθούσε να μολογάει:
-Εκείνη την ώρα, ωρ΄αδέρφια, που μούλεγε ο γηραλέος «Σύχασε κι΄ άμα τελειώσει η κλεφτουρία τον γλέπεις τον Δεσπότη» δυο άνθρωποι: ο ένας από τα δεξιά κι΄ ο άλλος από τα ζερβά, είχαν μπροστά τους από ένα σαμάρι και στα πλάγια των σαμαριών κάτι φυλλάδες ανοιγμένες και δος του και μάλωναν δυνατά, κοιτάζοντας στες φυλλάδες. Έλεγε πρώτα ο ένας κι΄ ύστερα ο άλλος. Λόγο στον λόγο. Αλλά στα χέρια άκκα! Όχι! Κι΄ όντας τους έγλεπα να φωνάζουν παραθυμωμένα, έλεγα μέσα μου:
-Α! Τώρα θα πιαστούν μαλλιά –μαλλιά.
Τίποτις όμως. Λόγια μοναχά! Δος και πάρτον, λοιπόν λόγια, και μόνον λόγια από την μια μεριά κι΄ από την άλλη. Τίποτις άλλο. Μονάχα συνάλλαζαν οι χαμένοι.
-Μωρέ, είπα μέσα μου. Αυτοί μπορεί να μαλώνουν ως αύριο και να μην έρθουν στα χέρια….
Σ' αυτό απάνω, ορ' αδέρφια, βγαίνει ένας τραγογένης από τη μεσιανή θύρα του τοίχου, που χωρίζει τους άντρες από τους τραγογένηδες, κρατώντας με το δεξί του χέρι μια σφεντόνα μ' αλυσίδες, που κάπνιζε και την κούναε πέρα δώθε, μπρος και πίσω, δεξιά και ζερβιά.
Γλέποντας τον τραγογένη με τη σφεντόνα, οι δύο που μάλωναν, σώπασαν για μια στιγμή. Τους πάει Τρίτη και Τετράδι από τον φόβο τους. Κατεβαίνει απ' εκεί ο τραγογένης και μας παίρνει όλους αράδα μ' εκείνη τη σφεντόνα λέγοντας:
-Στεκ-στεκ! Στεκ-στεκ! Στεκ-στεκ!
Μου είπε ο τραγογένης, κι' εγώ του απάντησα άφοβα.
-Στέκω και παραστέκω στα πόδια μου!
Αφού έφερε όλους γυροβολιά ο τραγογένης με τη σφεντόνα, γύρισε και μπήκε στην ίδια θύρα, μέσα. που ήταν κι' άλλοι τραγογένηδες. Άμα μπήκε μέσα αυτός ο τραγογένης, ξανάρχισαν πάλε οι δυο λεγάμενοι να μαλώνουν, με τα λόγια, όταν βγαίνουν από μια ακριανή θύρα τρεις τραγογένηδες …..Ένα παιδί κρατώντας τη σφεντόνα με τες αλυσίδες και με τον καπνό με το δεξί κι' ένα κόκκινο δαυλί αναμμένο με το ζερβί, περπατούσε πισώπλατα, φοβισμένο και κουνώντας τη σφεντόνα, κατ΄ επάνω τους, τους μπόδιζε να το πιάσουν.
Την στιγμή, που φάνηκαν οι τραγογένηδες, σώπασαν ματαπάλε οι δυο, που μάλωναν. Φοβήθηκαν όλος ο κόσμος εκείνους τους τρεις τραγογένηδες κι' έσκυφταν, κάτι κάνοντας με τα χέρια τους, ζητώντας συμπάθιο. Εγώ όμως δεν το κούνησα καθόλου, κι' ούτε έτριζε τ' αυτί μου.
Ο ένας τραγογένης είχε στο κεφάλι του ένα πράμα σαν απλάδι, και σκεπασμένο μ' ένα μαντήλι, ο άλλος κρατούσε εν΄ άλλο πράμα, σαν γουδί, κι' ο άλλος ένα χουλιαράκι τόσο δα, σαν το δάχλο μου... Φαίνεται ότι θα ΄χε μέσα κάτι φαγουλάτο, εκείνο το γουδί, κι' ότι εκείνος ο τραγογένης που πήγαινε από πίσω με το χουλιαράκι. θα γύρευε να φάει από το φαγουλάτο, αλλά δεν τώδινε εκείνος, πούχε το γουδί. Έτσι οι τρεις τραγογένηδες αφού έφεραν μια γυροβολιά κι' είπαν κάμποσα λόγια σ΄ εκείνους που μάλωναν, μπήκαν στη μεσιανή τη θύρα. και βρήκαν καιρό ματαπάλε απ' έξω οι δυο, που μάλωναν, να ματασυναλλάξουν λόγια, σαν πριν, ως που βγήκε πάλε ένας άλλος τραγογένης από την μεσιανή τη θύρα, έδειξε το γουδί και ματαμπήκε μέσα. Ματαξανάρχισαν πάλε να μουρμουρίζουν οι δυο, ως που ματαβγήκε πάλε έξω ένας άλλος τραγογένης με μια μεγάλη απλάδα, γεμάτη κομματάκια καθάριο ψωμί κι' άρχισε να μοιράζει στον κόσμο από ΄να κομματάκι για να τους πιάσει, φαίνεται με το καλό, λέγοντας :
—Φάει και σώπα ! Φάει και σώπα !
—Ήρθε και σ' εμένα, μου δίνει το κομματάκι και μου λέει :
—Φάει και σώπα !
Περνώ στο χέρι μου εκείνο το κομματάκι, το κοιτάω, το κοιτάω... Ήταν, μαθές, πράμα να χόρταση κανείς μ' αυτό; Εγώ ήθελα δέκα τέτοια στη χαψιά μου. Είπα να του το πετάξω στα μούτρα, αλλά δεν τόκανα για να μην ειπεί ότι είχα πάει στην εκκλησιά πεθαμένος της πείνας, κι' έτσι τώρριξα στο στόμα μου και το κατάπια αμάσητο. Στο τέλος τους λέω:
-Τέλειωσε ή ακόμα η κλεφτουρία;
-Τέλειωσε μου είπαν και ξεκαρδίζονταν από τα γέλια.
-Ποιος, ορέ κόσμε, είν΄ ο Δεσπότης;
-Αυτός! Μου είπαν και μόδειξαν έναν μεγααααάλον τραγογένη.
Δεν χάνω καιρό….Πάω κοντά του και του λέω:
-Αφέντη Δεσπότη, να μου δώκεις μια αφορεσμάδα.
-Γιατί; Μου λέει.
-Μόκλεψαν τον Κανούτο μου, του λέω.
-Τι σουτούμια είχε το τραΐ σου; Μου είπε ο Δεσπότης κι' εγώ του απολογήθηκα :
-Χοντρό, σαν την αφεντιά σου, Δεσπότη μου, του είπα, κανούτο σαν την αφεντιά σου, σιούτο σαν την .αφεντιά σου και γενάτο πάλε σαν την αφεντιά σου!
Ακούοντας. ορέ γιε μου, ο Δεσπότης τα σουτούμια του Κανούτου μου, κι' όλος ο άλλος κόσμος που ήταν εκεί, χτύπησαν τα γέλια που τράνταξε η εκκλησιά.
Τότε κατάλαβα, ότι μου τον είχε φάει ο Δεσπότης τον καημένο μου τον Κανούτο μαζί με τους άλλους τους τραγογένηδες και γι' αυτό ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
Τότε κι' εγώ τους είπα:
-Άιντε, ορέ Δεσπότη, κι' αν περάσεις καμιά φορά από το Λυκοχώρι, θα λογαριαστούμε καλά !
Κι' έτσι έφυγα κι' ακόμα φεύγω, κι' αν κοττήσει ο τραγογένης ο Δεσπότης, ας περάσει απ' εδώ !

Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗΣ