Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Λάμπρος και Σίμων Μαρούτσης (1742 περίπου)
 

Φωτογραφία:

Μαρουτσαία Σχολή Ιωαννίνων (σήμερα),
ευεργέτες Λάμπρος και Σίμων Μαρούτσης, (Διδάσκαλος: Ευγένιος Βούλγαρης)



Η οικογένεια Μαρούτση στη Βενετία

Ηπειρώτες έμποροι, έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική κοινότητα της Γαληνοτάτης

Της Χρύσας Μαλτέζου

Λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Βενετία, στο χωριό Levada (Piombino Dese), υψώνεται ωραιότατη βίλα με το όνομα Marcello-Μαρούτση. Όταν ο πρόξενος της Ελλάδας στη Βενετία, κύριος Γιώργος Στυλιανόπουλος, που την επισκέφθηκε με την ευκαιρία μιας βιβλιοπαρουσίασης, μου έκανε λόγο για την ύπαρξή της, έσπευσα όχι μόνο να μεταβώ, αλλά κυρίως να διερευνήσω την ιστορία της βίλας που φέρει το όνομα μιας ελληνικής οικογένειας. Τα αποτελέσματα της έρευνας υπήρξαν εξαιρετικά γόνιμα και συναρπαστικά.
Οι Marcello, σημερινοί ιδιοκτήτες της βίλας, είναι απόγονοι ευγενών Βενετών, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται ένας δόγης και πολλοί ανώτεροι αξιωματούχοι στην υπηρεσία της Γαληνοτάτης. Το οικόσημό τους δεσπόζει τόσο στη σιδερένια πύλη που οδηγεί στον μεγάλο κήπο όσο και στην πρόσοψη της έπαυλης. Στην τωρινή του μορφή το οικοδόμημα χρονολογείται στα μέσα του 18ου αιώνα, όταν ιδιοκτήτες του ήταν οι αδελφοί Λάμπρος, Πάνος και Κωνσταντίνος Μαρούτση. Πράγματι, το 1725, οι Μαρούτσηδες αγόρασαν τη βίλα, που δεν ήταν τότε παρά μια απλή αγροικία κτισμένη τον 16ο αιώνα, και με την οικονομική ευμάρεια που διέθεταν φρόντισαν να την επεκτείνουν, να τη διακοσμήσουν και τελικά να τη μετατρέψουν σε αρχιτεκτονικό κόσμημα. Αρκεί να σημειωθεί ότι σώζονται στην αίθουσα χορού τοιχογραφίες με επεισόδια από τη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έργο του ονομαστού ζωγράφου του Settecento, Giambattista Crosato. Στην ιδιοκτησία της οικογένειας Μαρούτση έμεινε η βίλα ως το 1847. Τη χρονιά εκείνη, ο Ρώσος πρίγκιπας Sergei Suma-rokoff, που είχε νυμφευτεί την αδελφή του Κωνσταντίνου Μαρούτση, Αλεξάνδρα, και είχε λάβει ως προίκα την έπαυλη, την έπαιξε στα χαρτιά και την έχασε! Στη συνέχεια, η βίλα πέρασε στην ιδιοκτησία της οικογένειας Marcello που την έχει ως σήμερα.

Η οικογένεια Μαρούτση


Η οικογένεια Μαρούτση καταγόταν από την Ήπειρο. Ξεκινώντας ως πραγματευτές από την Παραμυθιά, επέτυχαν να διευρύνουν τις εμπορικές τους συναλλαγές και να δραστηριοποιηθούν στη Βενετία, όπου στα τέλη του 17ου αιώνα εγκαταστάθηκε ο Λάμπρος Μαρούτσης, γιος του Πάνου, ο οποίος ίδρυσε με τους τρεις αδελφούς του, Σίμωνα, Αναστάσιο και Χριστόδουλο, εμπορικό οίκο με έδρα τη Βενετία και τα Γιάννενα. Τα εμπορεύματα που αγόραζαν και πουλούσαν οι Ηπειρώτες ήταν πρινοκόκκι (βαφική ύλη), κερί, μαλλί, χαρτί, καπέλα, μαντίλια από το Χαλέπι, χαλιά από τη Μεσσήνη, βαμβάκι από τη Θεσσαλονίκη, την Κύπρο και τη Σμύρνη, καφές από την Αλεξάνδρεια. Στον αιώνα που ακολούθησε η οικογένεια επεξέτεινε τη δράση της στη Γαλλία, Ολλανδία και Αγγλία, ασχολήθηκε με αγοραπωλησίες ακινήτων στη Βενετία και τη γύρω περιοχή και επιδόθηκε σε τραπεζικής φύσεως υποθέσεις, με αποτέλεσμα να γνωρίσει τεράστια οικονομική άνοδο. Μέλη της μαρτυρούνται με ακίνητα στη Βενετία και τη βενετική ενδοχώρα (Levada, Mira και Scorze), καθώς επίσης στην Άρτα, στο Κομπότι, στα Γιάννενα.
Στις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα, ο Αναστάσιος και ο Χριστόδουλος, γιοι του Πάνου και της Χύμως, διετέλεσαν ο πρώτος πρόξενος της Γαλλίας στην Άρτα και ο δεύτερος υποπρόξενος της ίδιας χώρας στα Γιάννενα. Έντονη δραστηριότητα ανέπτυξε, λίγα χρόνια αργότερα, στην Πετρούπολη ο Λάμπρος, γιος του Χριστοδούλου, ενώ ο αδελφός του Πάνος διορίστηκε το 1768 επιτετραμμένος της Ρωσίας στη Βενετία και τιμήθηκε με τον τίτλο του μαρκησίου από την αυτοκράτειρα της Αυστρίας Μαρία Θηρεσία και με αυτόν του ιππότη του τάγματος της Αγίας Άννας από την αυτοκράτειρα της Ρωσίας Μεγάλη Αικατερίνη. Ο Πάνος Μαρούτσης πρόσφερε σπουδαίες υπηρεσίες στους αδελφούς Ορλώφ στη διάρκεια της αντιτουρκικής εξέγερσης, γνωστής με το όνομα Oρλωφικά.

Η επισήμανση νέου αρχειακού υλικού

Στη Βενετία, οι Μαρούτσηδες αναμείχθηκαν στη διοίκηση της ελληνικής κοινότητας, ανέλαβαν πολλές φορές το προεδρικό αξίωμα και ασχολήθηκαν με αγαθοεργίες, δωρίζοντας μεταξύ άλλων χρηματικό ποσό για τη λειτουργία της λεγόμενης Μαρουτσαίας Σχολής στα Γιάννενα. Η παρουσία των μελών της ηπειρωτικής αυτής οικογένειας στη βενετική πολιτεία, η δράση τους στους κόλπους της κοινότητας και η συμβολή τους στις πολιτικές εξελίξεις της εποχής τους έγιναν κατά καιρούς αντικείμενο διαφόρων μελετών, από τις οποίες ενδεικτικά αναφέρονται αυτές του Κ. Δ. Μέρτζιου, του Β. Κολιού και της Χριστίνας Παπακώστα (οι δύο τελευταίοι υπήρξαν παλαιοί υπότροφοι του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας).
Οι έρευνές μου στη Βενετία με οδήγησαν πρόσφατα σε άγνωστη ως τώρα αρχειακή πηγή που περιέχει πληθώρα μαρτυριών για την πολύπτυχη δραστηριότητα που ανέπτυξε, από τα τέλη του 17ου ως τα μέσα του 19ου αιώνα, η ηπειρωτική αυτή οικογένεια έξω από τα όρια του ελληνικού χώρου. Τα έγγραφα τα εντόπισα στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας σε «κλειστή» ως πριν από λίγο καιρό αρχειακή συλλογή. Η συλλογή που είχα από πολλούς ήδη μήνες επισημάνει δεν ήταν διαθέσιμη στο ερευνητικό κοινό για λόγους που έχουν να κάνουν με την οργάνωση και λειτουργία του βενετικού αρχείου. Όταν επιτέλους κατόρθωσα να πιάσω στα χέρια μου τις θήκες με το αρχειακό υλικό, διαπίστωσα με εύλογη ευχαρίστηση ότι διασώζουν πολυάριθμα έγγραφα, χρονολογημένα στον 18ο και 19ο αιώνα, που αφορούν τους Μαρούτσηδες: αλληλογραφία μεταξύ των Μαρούτσηδων και των εμπορικών πρακτόρων τους που δρούσαν σε διάφορα εμπορικά λιμάνια, στην Κέρκυρα, στο Λιβόρνο, στην Τεργέστη, στο Βουκουρέστι και αλλού, ευρετήρια της κινητής και ακίνητης περιουσίας της οικογένειας, διαθήκες και κωδίκελλοι διαθηκών, έγγραφα σχετικά με κληρονομικές διεκδικήσεις, ιταλική μετάφραση «ιερού κώδικα» με αναφορές σε ζητήματα προικοδοσίας, βεβαίωση του Αλεξίου Ορλώφ ότι ο Πάνος Μαρούτσης πρόσφερε υπηρεσίες στον αγώνα εναντίον των Τούρκων κ.ά. Αξίες μνείας είναι οι επιστολές που έστειλε ο Πάνος στους αδελφούς του στα χρόνια 1765-1766 από το Παρίσι, τις Βρυξέλλες, τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη. Ανάμεσα στα άλλα, μαθαίνουμε από τα γράμματα του Πάνου ότι η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη τού είχε αναθέσει να της προμηθεύσει από την Ιταλία πίνακες και αγάλματα ονομαστών ζωγράφων και γλυπτών, ξοδεύοντας 12.000 ρούβλια.

Η αξία του αρχείου

Η αξία και σημασία που έχει το νέο αυτό αρχειακό υλικό για τη διερεύνηση του προσώπου του ελληνισμού στους αιώνες της ξενοκρατίας είναι προφανής. Τα έγγραφα είναι ανάγκη να ψηφιοποιηθούν, να εκδοθούν και να μελετηθούν. Όμως, η εργασία δεν μπορεί να αναληφθεί από έναν μελετητή, αλλά από ομάδα ερευνητών που θα καταπιαστούν με τη μεταγραφή, τον σχολιασμό, την εκδοτική πράξη και την ιστορική σύνθεση. Βεβαίως, για την επίτευξη του εγχειρήματος απαραίτητο είναι να υπάρχει η οικονομική βάση στην οποία θα στηριχθεί η όλη ερευνητική προσπάθεια. Το Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας, το μόνο επιστημονικό ίδρυμα που έχει η χώρα μας στο εξωτερικό, εκπαιδεύει εδώ και δεκαετίες εξειδικευμένους ερευνητές, άρα είναι έτοιμο να οργανώσει και να περιλάβει στο ερευνητικό του πρόγραμμα το έργο. Το ίδρυμα θέλει να ελπίζει ότι οι οικονομικοί πόροι θα βρεθούν και ότι οι φιλογενείς ιδιώτες και φορείς που εκδηλώνουν κατά καιρούς ενδιαφέρον για τα πολιτιστικά δρώμενα στον τόπο μας θα προσφέρουν τελικά τη βοήθειά τους και θα αναλάβουν τη χρηματοδότηση του έργου.

Η Χρύσα Μαλτέζου είναι καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας.

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή
Ημερομηνία δημοσίευσης: 02-07-06