Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Η ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ ΣΤΗ ΖΩΣΙΜΑΙΑ-1936
 

του Γιάννη Λυμπερόπουλου, αποφοίτου της Ζωσιμαίας Σχολής

Με το παρακάτω κείμενο ο Γιάννης Λυμπερόπουλος -απόφοιτος του 1939- έρχεται να προσθέσει περισσότερα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα της προπολεμικής Ζωσιμαίας Σχολής (βλέπε και τεύχος 17).



Οι καταγραφές αυτές είναι πολύτιμες γιατί βοηθούν στην καλλίτερη κατανόηση του επιπέδου της τότε "μικρής μας πόλης" (που μας "τέλειωνε" κατά το Δημήτρη Χατζή).
Αυτό που κυρίως προκαλεί εντύπωση, είναι το γεγονός ότι από το 1903, που πρωτοπαίχτηκε αρχαία τραγωδία (η Ορέστεια, με πρόλογο το Χαίρε της τραγωδίας του Κ. Παλαμά, που απήγγηλε η Μαρίκα Κοτοπούλη), πέρασαν μόνο τριάντα χρόνια. Όπως επίσης, δεν είχε παρέλθει καν δεκαετία από την πρώτη παράσταση, μετά από 15 αιώνες, σε Αρχαίο θέατρο του Προμηθέα Δεσμώτη στους Δελφούς (1927) ως κορύφωση των κινήσεων του Α. Σικελιανού γύρω από τη Δελφική Ιδέα.
Και αυτό, όχι σε καμιά θεατρική αίθουσα, αλλά στην ίδια τη Σχολή από μαθητές της Σχολής και όχι από επαγγελματικό θίασο.
Είναι προφανές πως το επίπεδο της Σχολής βρίσκονταν σε αντιστοιχία με το πολιτιστικό επίπεδο της πόλης μας εκείνης της εποχής.
Ήταν εν τοις πράγμασι Πρότυπο Σχολείο -τουλάχιστον για ένα αιώνα- ανάμεσα σε εκείνα που μετριόνταν στα δάκτυλα ενός χεριού.
Παραμένει προς διερεύνηση αν η θεσμοθετηθείσα "προτυποποίηση" ωφέλησε τελικά, ή έβλαψε με την εν συνεχεία επελθούσα γενικευμένη "απο-προτυποποίηση".
Η Ζωσιμαία Σχολή, με εκείνα τα χαρακτηριστικά, προέκυψε ως κοινωνική και πολιτιστική ανάγκη, δεν έπεσε από τον ουρανό (δηλαδή ... δεν "φυτεύτηκε", κατά το κοινώς λεγόμενο).
Η εκτίμησή μας είναι πως, η όποια εν τοις πράγμασι, και όχι τυπική, αναβάθμιση της Σχολής, δεν μπορεί να προκύψει παρά και ως έκφραση μιας πραγματικής -και αυθεντικής- ανάγκης της "μικρής μας πόλης".

Τα Χριστούγεννα του 1936 η μεγάλη ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη αποφάσισε να κάνει προσκύνημα στο πατρογονικό της σπίτι στο Τσεπέλοβο, που σώζονταν ακόμα και με την ευκαιρία αυτή η Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων έκανε προς τιμήν της δεξίωση στη Μεγάλη αίθουσα της, στις 23 Δεκεμβρίου 1936.
Είναι γνωστό ότι η οικογένεια της Κοτοπούλη ήταν Ηπειρώτικη, από το Τσεπέλοβο, που «ταξίδευε» στην Κωνσταντινούπολη , όπου και γεννήθηκε κι ο πατέρας της Δημήτρης Κοτοπούλης, ηθοποιός κι αυτός (ηθοποιός ήταν και η μητέρα της Μαρίκας, Ελένη Συλιβάκου).
Στο Τσεπέλοβο σώζονταν ακόμη τότε, σε ερειπωμένη βέβαια κατάσταση, το σπίτι των Κοτοπούλη, για το οποίο συναισθηματικό ενδιαφέρον έδειχναν το 1936, η Μαρίκα και οι αδελφές της ,μεταξύ των οποίων ήταν και η Χρυσούλα Μυράτ, ηθοποιός κι αυτή, (ηθοποιός κι ο σύζυγος της Μήτσος Μυράτ, ηθοποιός κι ο γιος της Δημήτρης Μυράτ.)
Τελικά η Μαρίκα Κοτοπούλη τότε, δεν κατάφερε να φτάσει στο Τσεπέλοβο, όταν ξεκίνησε να πάει προς τα κει, λόγω χιονιού, κι έτσι έμεινε στο Σωποτσέλι όπου φιλοξενήθηκε στο σπίτι του γιατρού Μιχαηλίδη.
Είναι περιττό να τονίσουμε εδώ το έργο, το ταλέντο και την αξία της μεγάλης τραγωδού Μαρίκας Κοτοπούλη, της γυναίκας που «επί πενήντα χρόνια ενσάρκωνε τις ηρωίδες του αρχαίου δράματος, τις ηρωίδες του Σαίξπηρ, του Ίψεν , του Ρακίνα κλπ», « με δικό της ύφος και τόνο, για να εκφράσει τη γυναίκα στις ποικίλες και διαφορετικότατες εκδηλώσεις της από την απλοϊκή Οφηλία ως την εκδικητική Ηλέκτρα κι από την παράξενη και νευρωτική Έντα Γκάμπλερ ως την άγρια και στο τέλος ψυχοπαθή Λαίδη Μάκβεθ...»( βλ. Ηπ. Εστ. 1954 σελ 901)
Ο Λέων Κουκούλας λέει «.. .συνδυάζοντας την ιεροπρέπεια του μύστη και του τελετουργού με την επινοητική ασυδοσία και το πηγαίο χιούμορ του λαϊκού μίμου, στάθηκε υποδειγματική και άφθαστη σόλα τα είδη της δραματική τέχνης. Ήταν σαν άνθρωπος και σαν καλλιτέχνης από τα σπάνια εκείνα ζωικά κύτταρα, από τις προνομιούχες εκείνες φύσεις που ανατρέπουν συνήθως τη νομοτέλεια της φυσιολογικής εξέλιξης, επειδή το εσωτερικό τους απόθεμα ξεπερνά τις ανάγκες και τη δεκτική αντοχή του χώρου που καταλαμβάνουν και της ιστορικής στιγμής που ζουν »
Η Μαριάνα Κυριακάκη γράφει ότι «.. .ο Χώρος που έπιανε η Μαρίκα στη ζωή και τη σκηνή, μεταφέρθηκε μέσα μας κι έγινε «πνευματική μνήμη».
Η τελευταία εμφάνιση της Μαρίκας στο Θέατρο τελείωσε σε περιοδεία της στη Σύρο, στις 24 Μαρτίου 1953

Η Μαρίκα Κοτοπούλη πέθανε στις 11 Σεπτεμβρίου 1954 .
Το 1956 οι αθηναϊκές εφημερίδες έγραψαν ότι ο ηθοποιός Δημήτρης Μυράτ, εκτελώντας την τελευταία θέληση της «Μεγάλης Ελληνίδας ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη αποφάσισε να αγοράσει την πατρογονική οικία στο Τσεπέλοβο για να χρησιμοποιηθεί για κάποιο κοινωφελή σκοπό». Κι ο Γιάννης Ν. Νικολαΐδης πρότεινε (βλ Ηπ. Εστ 1956 σελ 965) ότι σκόπιμο θα ήταν να ληφθεί μέριμνα ένα τμήμα της οικίας Κοτοπούλη να χρησιμοποιηθεί σαν μουσείο, όπου να συγκεντρωθεί κάθε τι που σώζεται κι έχει σχέση με την καλλιτεχνική ζωή της μεγάλης καλλιτέχνιδας, που επί δεκαετηρίδες ολόκληρες τίμησε το ελληνικό όνομα και την ηπειρωτική καταγωγή της, με την τέχνη της.
Τελικά, από ότι με πληροφόρησε ο κ Γ. Δέμκας από το χωριό, το πατρογονικό των Κοτοπούλη πωλήθηκε και ξαναπουλήθηκε σε τρίτους και δεν υπάρχει πλέον τίποτα απ' αυτό γιατί χτίστηκαν απάνω του καινούριες οικοδομές.
Η δεξίωση στη Ζωσιμαία Σχολή έγινε το απόγευμα της 23 Δεκεμβρίου 1936., με βάση το πρόγραμμα που είχε καταρτίσει μικρή Επιτροπή από καθηγητές και στο οποίο περιλαμβάνονταν τα παρακάτω.


1) Προσφώνηση από τον Γυμνασιάρχη.

2) Άβε Μαρία του Γκουνώ (ορχήστρα)

3) Αρμίτ Γκλούκ (ορχήστρα).

4) Το Χαίρε της Τραγωδίας, ποίημα του Παλαμά (απαγγελία).

5) Νόρμα του Μπελίνι (ορχήστρα)

6) Σερενάτα του Σούμπερτ

7) Επίδοση λευκώματος από κ. Α Σακελλίωνα και

8) Εθνικός Ύμνος.


Στην κορυφή της σκάλας εισόδου της Ζωσιμαίας Σχολής ο Γυμνασιάρχης Χρ. Σούλης και μια μικρή ομάδα καθηγητών , περίμεναν την τιμώμενη ηθοποιό.
Στην κορυφή της μεγαλόπρεπης εσωτερικής σκάλας που οδηγεί στην αίθουσα τελετών της Ζωσιμαίας ο αδερφός μου ( μαθητής τότε της έκτης Γυμνασίου-Ζωσιμαίας) Νικήτας Λυμπερόπουλος, μόνος του κρατούσε στα χέρια του μια τεράστια ανθοδέσμη , που την προσέφερε στην ηθοποιό, η οποία αφού την πήρε στα χέρια της κι άκουσε το «Καλωσορίσατε» άπλωσε τα χέρια της και τον φίλησε αγκαλιάζοντας τον.
Οι άλλοι μαθητές του Γυμνασίου όρθιοι μες στην αίθουσα, χειροκροτούσανε.
Και εμείς που αποτελούσαμε την έγχορδη ορχήστρα του Γυμνασίου , στην αριστερή γωνιά της Μεγάλης αίθουσας υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Βοντετσιάνου , ετοιμαζόμαστε να αρχίσουμε.
Ήταν περίεργο, αλλά όλοι μας νοιώθαμε να διατρέχει το κορμί μας μια μεγάλη συγκίνηση στη θέα της μικρόσωμης Θεάς, που τύχαινε να λέει και να καυχιέται ότι είναι συμπατριώτισσα μας., καθώς προχωρούσε δακρυσμένη προς το βάθος της αίθουσας, με γρήγορο βηματισμό, που δυο τρεις φορές ανακόφτηκε από άγνωστη αιτία και κάποιους κραδασμούς της καρδιάς της, ίσως συγκινησιακούς, καθώς διαισθάνονταν η ίδια, στην τέλεια απλότητα της, ότι γύρω της , όλα αυτά τα παιδιά, που την βλέπουν, την χειροκροτούν και την θαυμάζουν, έχουν την ίδια ρίζα με τη δική της, και εκφράζουν έναν άλλο-βαθύ κόσμο, προαιώνιο, τους ίδιους καημούς του πατέρα της, κάτι από τους παλιούς Μετανάστες, που και η ίδια είχε ενσταλαγμένους μέσα της, και ονειρεύονταν μόνιμα ως χρέος, ώσπου ήρθε η ώρα, τώρα , να τους ιδεί από κοντά, να τους αγγίξει η ψυχή της, και να τους προσκυνήσει απομυθοποιώντας τους.
Μέσα σ' αυτήν την «διεγερμένη συναισθηματικά» ατμόσφαιρα, ο Γυμνασιάρχης Χρ. Σούλης , άρχισε την παρακάτω προσφώνησή του.