Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ ΚΑΙ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΩΣ ΤΗΝ ΚΡΙΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΡ
 

Βασιλική Φαρμάκη, αρχιτέκτων, απόφοιτος της Ζωσιμαίας Σχολής
Συνεργάτις: Κ. Ζησιμοπούλου, αρχιτέκτων



1. Εισαγωγή

ΣΆ ένα συμπόσιο ποίησης, ας μου επιτραπεί να μιλήσω από τη μεριά του αρχιτέκτονα, που αναζητά τα ερείσματα των πονημάτων του, στα πεδία της Ποίησης στην “Κοιλάδα των Ροδώνων” όπως λέει ο Ν. Εγγονόπουλος. Ίσως γιατί κατά τον Ελύτη “η Ποίηση είναι ο μόνος χώρος, όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση”;
Πώς λοιπόν “οράται” την ποίηση μια αρχιτέκτων, που ευελπιστεί να αποφύγει τελικά τον σκόπελο του σκώμματος “ τι ζητούσε στη Λάρισα μια Υδραία;”.

2. Συσχετισμός Ποίησης κι Αρχιτεκτονικής

2.1 Λέξη κι αριθμός


Θα περιφερθώ σε τόπους συναίρεσης Ποίησης κι Αρχιτεκτονικής, σε τοπία συμπλοκής και σε κοινούς πλόες εμπλοκής πολιτισμού.
Λεκτικά τα σχήματα της Ποίησης, μετρικά τα σχήματα της Αρχιτεκτονικής, ενταγμένα αμφότερα στο παιχνίδι της ζωής και της τέχνης.
Λέξη κι αριθμός τα μόνα επαρκή και ικανά προϊόντα του ανθρώπινου νου, που αρκούν να υποδαυλίσουν το αίσθημα, να εκτοξεύσουν τη σκέψη, να κινητοποιήσουν την επιστήμη, τόσο μάλιστα, που οι Πυθαγόρειοι, επιλέγοντας το άρρητο, θα υπηρετήσουν τον αριθμό σαν ουσία των όντων, για να θεμελιώνουν την τεχνολογική σκέψη και δράση ανά τους αιώνες.
Κι αν η Ποίηση είναι αρχιτεκτονική του λόγου και για τον Ποιητή το άγγιγμα των λέξεων παράγει σπινθήρα, τότε η Αρχιτεκτονική είναι ποίηση της ύλης με αριθμούς, ώστε αεί γεωμετρώντας, να ποιείται ήθος κατά την σύντηξη υλικού και σχήματος κάτω από την αιχμαλωσία της ιδέας.

2.2 Χώροι και χρόνοι σε Ποίηση κι Αρχιτεκτονική


¶υλες οι λέξεις στην Ποίηση, υλικοί οι δομικοί λίθοι στην Αρχιτεκτονική, τείνουν, σαν μέσα εκφοράς τους, να πνευματωθούν, τότε που τυχαίνει να αποκτούν ειδικό βάρος τα ποιήματα και νΆ απογειώνονται τα αρχιτεκτονήματα.
Ευτύχησαν αμφότερες, Ποίηση κι Αρχιτεκτονική να συστεγάζονται στην ιστορία,
- για να αντηχεί το μέγεθος του λόγου στο ξεδίπλωμα των κλιμάκων του Θεάτρου,
- για να μορφώνεται η κρίσιμη μάζα στο κέλυφος του Μουσείου σαν οθόνη, όπου προβάλλονται τα τεχνήματα,
- για να καμπυλώνεται ο ναός να χωρέσει τον λόγο – ψαλμό της ιερότητας και της ωραιότητας, εν μέσω της λιτανείας των αγίων,
- για να πλαστούν τα παιχνίδια των πρισματικών όγκων στην ανώνυμη αρχιτεκτονική, που κάθονται αυτόνομα στο τοπίο φτιάχνοντας τη δική τους γεωμετρία, ξεχειλίζοντας από φιλότητα κι οικειότητα “στου γλαυκού το γειτόνεμα”.
- για να δομείται η ποίηση της καθημερινότητας στον οίκο, τη μονάδα – κύτταρο του οικισμού, που κατοικεί ανά τους αιώνες την οικουμένη (και λέω συνειδητά οικουμένη, όχι κόσμος, γιατί απέχει πόρω από την πυθαγόρεια επίκληση του κεκοσμημένου).

2.3 Το αίτημα του ενεργήματος (πώς συνυπάρχουν Ποίηση κι Αρχιτεκτονική;)

2.3.1 Ο λόγος


Εν αρχή ην ο λόγος, η σφενδόνη της αιτιότητας, που σημαδεύει το νου, επειδή ο διάλογος ανάμεσα στα φαινόμενα και τα γεγονότα αιτείται την αναγκαιότητα του ενεργήματος.
Είναι τότε, που Ποίηση κι Αρχιτεκτονική, αναλαμβάνουν να σφυροκοπήσουν το αίτημα, ώσπου να συναντηθούν με την μορφή της απόκρισης, αναζητώντας το ανθρώπινο είναι ως λόγο. Λόγο διπλό, επειδή η Ποίηση, καταδυόμενη στο είναι, θα επικαλεστεί τον λόγο, τις λέξεις, για τη διατύπωση της σκευής της, κι η Αρχιτεκτονική θα καλουπώσει τον λόγο στην αναλογία των μετρικών σχέσεων, για να χωρέσει το είναι και νΆ αναμετρηθεί η κατασκευή με το κάλλος, να ζυγιαστεί η δομή στο παρ-ιστάμενο.
Κατάθεση ο λόγος στην Ποίηση, οχήματα εννοιών οι λέξεις, πορεύονται στις γλώσσες των ανθρώπων, ξεθωριάζοντας ωστόσο στη μετάφραση.
Ζύγια οι λόγοι, οι αναλογίες των μεγεθών, στο σχεδιασμό, όμως ευτυχώς οικουμενική η γλώσσα του σχεδίου, ίσως για να δύναται να οικοδομηθεί ο πύργος της Βαβέλ.

2.3.2 Η Ιδέα

Στο σκιερό εργαστήρι της σφυροκόπησης του λόγου με λέξεις και σχεδιασμούς, μέσα από πλόες ανεξιχνίαστες, η ιδέα, παιδί της όρασης, του ιδέναι, θα προσγειωθεί στο διάδρομο του νου, σαν απαρχή του ενεργήματος. Θα σφηνωθεί βαθειά στο στοχασμό σαν αιχμή διαταραχής από το βέλος του λόγου. Κι από κει αρχινά η επώαση, επώδυνη και δημιουργική, για την αναζήτηση της ουσίας του αυθυπόστατου ως την έξοδο του αποφαίνεσθαι, την φανέρωση του πονήματος, ως να υπάρξει. Απόκτημα της ιδέας το σχειν, θα ενδυθεί το σχήμα, για να παραστήσει την ουσία και να παρασταθεί.
Κι έπειτα ταγμένος ο ποιητής σαν ιεροφάντης θα μεταφέρει τον χρησμό της ιδέας. Ενώ ο αρχιτέκτων ταγμένος να διακονεί το αίτημα, θα πασχίσει νΆ ανεύρει τον μυστικό τύπο του έργου και να τον καταστρώσει στο συνταίριασμα των υλικών, κάποτε και στην σύναξη διεστώτων. Λειαίνοντας τις αιχμές, αποδιώχνοντας το περιττό, επιλέγοντας μόνο το κατΆ οικονομίαν στον χειρισμό της ύλης, το αύταρκες, ίσως τότε μόνο το φερόμενο καταφέρει να ξεπεράσει την φέρουσα ύλη. Και σαν τα κυκλαδικά αγάλματα, το έργο να δυνηθεί να εγερθεί για να συνεγείρει στην επιβεβαίωση μιας αρτιότητας.
Έτσι με τη γέννησή του το πόνημα, καθαρμένο και διαφανές, διανοίγεται για να μετρηθεί η παρ-ουσία του όντος, να φανερωθεί το μείζον που πηγάζει από τον εξαγνισμό του ελάσσονος, να διασταθεί ο αιφνιδιασμός μιας ωραιότητας. Γιατί η Αρχιτεκτονική έχει την αξίωση μέσα στο άψυχο κτίσμα να φυλακίζει την αλήθεια, τη συγκίνηση και την ομορφιά, να μεταφέρει τη σκέψη και να τη φυτεύει στην ύλη, γεφυρώνοντας τον διχασμό ιδέας– ύλης, την διάσταση γνώσης– κατασκευής, κοινοποιώντας στο έργο τις αρχές της.

2.3.3 Το φως – η διαφάνεια

Η ανάδυση στο φως συμβαίνει τότε, που η ουσία, μετεωριζόμενη στον σκοτεινό μετάχρονο της κυοφορούσας αναμονής, αποσπάται από την απ-ουσία και φανερώνεται για να καταστεί παρ-ουσία. Από την λήθη του ενδιάμεσου χρόνου η ιδέα εξωθείται στην επικράτεια της Α-λήθειας, για να εξολκηστεί μέσα από την διέλαση της φανέρωσης και να υποσταθεί. Να γεννηθεί, το παιδί του Πόρου και της Πενίας, όπως στον ορισμό του έρωτα από την σοφή Διοτίμα. Όπως κι η τέχνη, που τίκτεται. Γέννημα του Πόρου λοιπόν, γιου της Μήτιδος, της επινοητικότητας του επαρκούς αλλά και της ανέχειας του αιτούμενου, της απορίας, για να επαληθεύεται έτσι η διπλή όψη των όντων. Κι αυτή η πρόσβαση στον δυϊσμό έχει συνέπεια την Αιδώ, τη συστολή για τη συνείδηση της ατέλειας αλλά και την αποφυγή της Αν-αίδειας, της ολισθηρότητας στην υπερβολή, φαινόμενο του καιρού μας αυτό.
Το φως, ο θρίαμβος του εφήμερου καθώς διαγράφει την πορεία του μερόνυχτου, εγκαθιστά την δοσοληψία μεταξύ είναι και φαίνεσθαι. Κι εδώ, στο βασίλειο του φωτός, αρχίζουν οι γρίφοι των μεταλλάξεων, των μεταμορφώσεων του πονήματος, ως να δυνηθεί να γενεί τέχνημα. Γιατί σαν τεχνήματα ζυγιάζονται τα έργα, καταχωρούμενα από το λανθάνον στο φανερό, γεωμετρούμενα στο φως.
Κι αξιώνονται όταν τα αινίγματα που φέρουν την ιδέα, αποκαλύπτονται σαν σχήματα αγγέλων, άλλως εκπίπτουν σαν ταξιαρχίες κολασμένων. Εδώ τα γεννήματα του Πόρου και της Πενίας μαρτυρούν την κερδισμένη σοφία στην πατρότητα. Είναι τότε που θα συντεθούν το πρέπον με το αγαθόν, και το αγαθόν θα ταυτιστεί με το κάλλος, κι η αρμονία με την ομορφιά, κι η ομορφιά θα στεριώσει στη διάρκεια κι η ενέργεια θα κυλήσει στις γραμμές, στους αριθμούς, στα σχήματα του νου.

2.3.4 Και η εικόνα;

Είναι η οθόνη που, λουσμένη στο φως, θα εμφανίσει το ενέργημα της Ποίησης και της Αρχιτεκτονικής. Η προβολή της ιδέας αποκτά υπόσταση για να αποικίσει το πραγματικό, σαν αναλογική μορφή σκέψης. Κι η υλοποιημένη στον γεωμετρικό χώρο της εικόνας σύνθεση γίνεται κώδικας επικοινωνίας των ιδεών. Γιατί ο εγκλωβισμός του λόγου και της ιδέας στα δίχτυα της εικόνας συμπλέκει το εγχείρημα του ενεργούντος υποκειμένου με το αντίστοιχο του προσλαμβάνοντος.
Βέβαια η αυτονομία του ενεργήματος έπεται, χρονίζει, ως τότε, που ο δημιουργός της εικόνας, ο δότης, την δανείζει στον παραλήπτη, οπότε το διάνυσμα της δημιουργικής της πορείας, απευθύνεται πια στον δέκτη, καθιστώντας την ετερότητα αυτή παραπληρωματική.

3. Η αυτονόμηση της μορφής

Επειδή στις μορφές αποτυπώνονται οι εσωτερικές τάσεις, που σαν αναγκαιότητες ωθούν το περίβλημα να στηθεί και να σταθεί, προκύπτει η εικόνα του κελύφους με τους σχηματισμούς που οι τάσεις εξώθησαν την ύλη να λάβει. Αυτονομημένη πλέον η μορφή διεγείρει, δονεί τον δέκτη με εσωτερικούς κραδασμούς, που οδηγούν σε ιχνηλασία κι ανασκαφή της εικόνας. Γιατί πίσω από το επιφανειακό επίστρωμα ελλοχεύει η αφύπνιση.
Αν λοιπόν η εικόνα, γέννημα φωτός, είναι παράσταση του ορατού, τότε δύναται να ανα-παριστά και να α-ληθεύει, να εικάζει, αλλά και να πλανεύει, να αποκρύπτει, να συσκοτίζει. Δύναται να είναι τομή, το αρνητικό ή το θετικό μιας αποκάλυψης, και ως περιέχον να υποκρύπτει το εντός της περιεχόμενο, να γίνεται απείκασμα, κάποτε κι εκδοχή.
Κι αν κατά τον Wittgenstein “τα όρια του κόσμου είναι τα όρια της γλώσσας”, τότε ίσως ο Heidegger να έθετε ότι “τα όρια του κόσμου εξαντλούνται στα όρια της εικόνας”. Γιατί η εικόνα συνιστά συγχρόνως τρόπο όρασης και ανάγνωσης της σκέψης όσο και παράσταση μορφής σε χωρική οργάνωση, δηλαδή συνιστά συγχρονική λειτουργία οπτικής σύνταξης και παραγωγής μορφών.
Στοιχειώνεται λοιπόν η Αρχιτεκτονική αλλά και η Ποίηση από τη συναίρεση πραγματικού και ιδεατού.

3.1 Το μάτι της Αρχιτεκτονικής και της Ποίησης

Ο χώρος της ανθρώπινης αντίληψης εγείρεται στο τρισδιάστατο μέγεθος, όταν το μάτι, διανοίγοντας την ίριδα στο φως, εστιάζει το είδωλο της εικόνας εντός του σαν οπτικό ερέθισμα, κι αμέτρητα ινίδια την μεταφέρουν να εγγραφεί στον εγκέφαλο, για να υπηρετείται έτσι η σκοπιμότητα της όρασης, της δουλεμένης αίσθησης, που σφηνώνει τις ιδέες. Νοητική περαιτέρω η επεξεργασία της εικόνας καταγράφεται σαν εμπειρία, εμπλουτισμένη με προβολές προθέσεων, επιθυμιών και ενδιαφερόντων. Την εκλαμβάνουμε σαν τη διάδραση σε πεδία δυνάμεων, όπου ενεργοποιούνται οι συντελεστές της δομής αναμειγμένοι με την ύλη της μνήμης, για να βαπτιστούν και στην 4η διάσταση και να συμπλέκονται τα στοιχεία, ικανά να ανασυντάσσουν και να συνταράσσουν την εικόνα, καθώς αυτά συνέχεια συμπληρώνονται.
Τότε στην εικόνα, στο θραύσμα αυτό του απείρου, εγκαθίσταται ένα σύστημα σημείων που εναλλάσσονται σαν ξετύλιγμα του μίτου της Αριάδνης, υποκινώντας μια περιδίνηση του χρόνου, πυροδοτώντας μια μετάδοση ενέργειας ως επ-ενέργεια ίσως και παρ-ενέργεια συμβολισμού. Έτσι η εικόνα θα ερμηνευτεί όπως η ύλη των ονείρων, που ενώ σου κοινοποιήθηκε το περιεχόμενό τους, παραμένει ασύνταχτο, άχρονο, ακατάληπτο, επιζητώντας την ανασύνταξη.
Γιατί “η εικόνα είναι απαρχή ενός οπτικού κλονισμού” με τα λόγια του Roland Barthes.

3.2 Ο χώρος της εικόνας

Ο χώρος, σαν αντίληψη θετική, είναι “το πέρας του περιέχοντος” στα Φυσικά του Αριστοτέλους. Οι χωρικές διατάξεις γίνονται εξ ίσου το καλούπι των ανθρωπίνων σχέσεων και δραστηριοτήτων, όσο και το ίχνος τους, το τύπωμά τους. Δομούνται και οικούνται ως δοχεία ζωής για να περι-βάλλουν και να περι-λάβουν κινήσεις, συναπαντήματα, βλέμματα, ακούσματα, διαγράφοντας την πολιτισμική τους διάσταση.
Η κινησιακή μας πρόσβαση στο χώρο συνδέεται με την οργάνωση της εικόνας του, σαν χωροθέτηση – χωρογραφία, που μας εντάσσει στον κόσμο. Μια χορογραφία, που στήνεται με νοερή σύνδεση των επί μέρους εικόνων σε συνεχώς εμπλουτιζόμενες αλληλουχίες και εν δυνάμει σχηματισμούς, φυλακίζοντας τον χρόνο στον χώρο. Όπως λέει ο Ελύτης στον “Μικρό Ναυτίλο” ,“η αναίρεση του χρόνου είναι ο χώρος”.

3.3 Η ερμηνεία της εικόνας

Κι αν η εικόνα είναι η πραγματικότητα όπως την προσλαμβάνουμε, τότε πρέπει ν΄ ανακαλύψουμε τα μέσα να την ερμηνεύσουμε, ν΄ ανασύρουμε τα σύμβολα μιας λανθάνουσας γλώσσας. “Δεν υπάρχει γεωμετρία χωρίς λόγια” λέει ο Σωκράτης απευθυνόμενος στον Φαίδρο, στον Ευπαλίνο του Valery. Οι πράξεις, που σκαρώνουν τις μορφές, προσδιορίζονται με λόγια, για να διακριθούν και να εκτιμηθούν οι ιδιότητες των συνδυασμών τους.
Στη συμπλοκή γλώσσας – σχήματος οι λέξεις δοκιμάζονται να εκφέρουν τα χωρικά μορφώματα, που εμείς οράμε και προσεγγίζουμε με την αφή και την κίνηση, κι επιχειρούμε να αποδώσουμε με το σχέδιο, τους αριθμούς, την κατασκευή. Οι οπτικοί σχηματισμοί, ενάργηση λανθάνοντος, αφυπνίζουν τον λόγο, καθώς οργανώνεται η δυνατή λεκτική τους διατύπωση. Κι η γλώσσα, από δείκτης άμεσης παραπομπής στα σχήματα, γίνεται φορέας των σχέσεων που διαμεσολαβούν το νόημα. Αναγωγικά γίνεται πηγή νοημάτων. Κι όταν ως “γυμνή και άμεση αντικειμενικότητα” η εικόνα “επισκιάζει τις σημασιοδοτικές αγωνίες του λόγου, τότε αποβάλλει το στοχαστικό της εκτόπισμα”, γράφει ο Π. Μαρτινίδης.

3.4 Η εικόνα της κατοίκισης

Με την ύλη στις ακμές των επιφανειών, στους αρμούς των όγκων, και στις ασυνέχειές της, χτίζεται η εικόνα της πόλης, που παραδίνεται στη συγκίνηση και τις ψυχικές δονήσεις των οικιστών, (όχι απλά των χρηστών της). Ποίηση και Αρχιτεκτονική αποθησαυρίζονται στην πόλη ως πολιτιστικές καταθέσεις, όπως όταν η ροή του ποιητικού λόγου που εκτυλίσσονταν στο αρχαίο θέατρο, ανάλογα με το επίπεδο του πολιτισμού, μετατρέπονταν από έκφραση δημοκρατίας σε αρένα. Στην Ποίηση λανθάνει η εικόνα της κατοίκισης κι η σκηνογραφία της πόλης διαρρέει τον λόγο. Όμως η Αρχιτεκτονική είναι η ίδια η πρώτη ύλη της κατοίκισης.
Πολιτισμός, τέχνη, μνήμη και δημιουργία, εκφάνσεις ζωής ή απουσίας της, αποδίδουν την εικόνα του άστεος, όπως αυτή πηγάζει από την υποκινούμενη στα μετόπισθεν εκδοχή του. Ο Αρχιτέκτων ανασχηματίζει τα δομικά στοιχεία στην πόλη, ζυμώνοντας τη μεταγενέστερη στρωματογραφία με την προγενέστερη, μετεωρίζοντας στην εικονογραφία την χρονικότητα του υπόβαθρου. Παρεμβαίνοντας στον τόπο πυροδοτούνται λειτουργίες μνήμης, ένθεσης, έκθεσης, εμπειρίες χωρικές και χρονικές, τελετουργίες της καθημερινότητας, λαβύρινθοι σ΄ ενδιαιτήματα του ασυνείδητου, αλληγορίες κι ανατροπές, μετασχηματισμοί του προφανούς.
Η Αρχιτεκτονική γίνεται είδος “γραφής” σύμμεικτη με αναφορικότητα, και θραυσματική αφήγηση που επαφίεται στην προσληπτική ικανότητα του θεατή, για να ξαναγραφεί το έργο. Γιατί το ενέργημα στην πόλη, καταλήγει σε αναπαραστατικό κώδικα, επειδή “η πόλη είναι ένα ανοιχτό βιβλίο” κατά τον R. Barthes. Κι όπως η ποιητική σύνθεση προωθεί πολλαπλές διαδρομές ανάγνωσης μέσα από την κατάδυση στο θέμα, ανάλογα κι η πόλη παρομοιάζεται από τον Wittgenstein “σαν γλώσσα επειδή οι συνδετικοί κόμβοι όπως και τα νοήματα ακολουθούν πολλούς και πολυσχιδείς δρόμους”.

3.5 Η ύλη της δημιουργίας των μορφών

Στο χώρο που φυτεύονται τα αρχιτεκτονήματα, αναδύονται σχέσεις δυναμικές δεμένες μεταξύ τους σε σύνολα, κάποτε αξεχώριστα, σαν κρίκοι αλυσίδας.
Λέει ο Σωκράτης απευθυνόμενος στον Φαίδρο “χτίζοντας, θαρρώ πως έχτισα τον εαυτό μου”, επειδή “η Αρχιτεκτονική είναι διαχείριση ζωής” , που θέλουμε να την ορίζουμε αλλά κυρίως μας ορίζει, σκαρώνοντας ερμηνείες και σενάρια.
Κι όπως οι λέξεις χωνεύονται στο ποίημα, έτσι κι οι στρώσεις των υλικών αρμολογούμενες με νομοτέλειες, συμφύρονται για να μορφωθούν τα σχήματα, που αγγίζονται με την αφή, την όραση, την ομιλία και το νου. Η ύλη της δημιουργίας ενταγμένη στη σκόπιμη χειρονομία, δουλεμένη ως το έλασσον νοητικό σχήμα, κυρώνει τον λόγο, καθώς το μάτι χρονίζει ρέοντας στα περιγράμματα, κι αποτυπώνει κι ανακαλύπτει. Απαλείφοντας την εικόνα, θεωρώντας την μορφή “την πηγή των μύθων” όπως λέει ο Σωκράτης, απομένει η καθαρή επ-ενέργεια της σκέψης.

4. Η σκιά προέκταση της εικόνας ή κατάλυσή της


Η ασκητική του κενού
Αν δεχτούμε όπως ο Karl Kraus ότι “καλλιτέχνης είναι αυτός που μετατρέπει τη λύση σε αίνιγμα”, τότε ο χώρος της εικόνας περισσότερο αποκρύπτει παρά αποκαλύπτει.
Κι όσο η εικόνα αυτοαναιρείται εγκαθίσταται η σκιά για να επιτρέπει στα φαινόμενα να απηχούν την εξωτερίκευση της συνείδησης. Τότε η μορφή είναι η οριογραμμή μεταξύ της κλειστής εικόνας και του κενού του άδειου χώρου. Ή μήπως “η μορφή είναι κενό;” σύμφωνα με την βουδιστική ρήση;
Στον “μόχθο της σιωπής” όπως λέει ο Σωκράτης, “κάθε που μας μετράει το άδειο” όπως γράφει η Κ. Δημουλά, οι μηχανισμοί του πνεύματος παραχαράσσουν τις πρακτικές των μορφών, ματαιώνουν το προφανές, διαρρηγνύουν τα νοήματα. Το άφατο γίνεται στοιχείο παραπλήρωσης της γλώσσας, κι η σκιά γίνεται επενδύτης στο σώμα της Αρχιτεκτονικής. Κι ας παζαρεύουμε εμείς τις εντυπώσεις στα έργα, με τα φορτία των συμβόλων, ενώ κατΆ ουσίαν έχουμε να διαχειριστούμε την ύλη της σιωπής, “την σκιά που μας επιστρέφει σώμα”, πάλι κατά την Κ. Δημουλά.
Όπως ακριβώς ο μετερχόμενος την εμπειρία του αρχαίου ναού μετέβαινε από το φως του εμφανούς προς την κινούμενη σκιά του περιστυλίου ως μέσα στο σταθερό σκοτάδι του σηκού. Στο βασίλειο της σκιάς αιχμαλωτίζεται η κίνηση στον ρυθμό των κιόνων και των γλυφών τους, σκιαγραφούνται οι ίδιες οι δυνάμεις της βαρύτητας.
Μπορεί η κυριαρχία του φωτός να πλουτίζει την εικόνα και το αίτημα της διαφάνειας να δελέασε τον διαφωτισμό, όμως η αποδημία της σκιάς ξεθωριάζει τα περιγράμματα, επιφέρει εξισωτισμό, αποδυνάμωση της προοπτικής, του μεγέθους και του χρώματος των όγκων. Η φρενήρης παράθεση εικόνων, κενώνει τις μορφές.

4.1 Το τοπίο του κενού

Ο χώρος της σιωπής, η θαμπάδα της εικόνας, η σκιά, παρυσφρύει στην Ποίηση και την Τέχνη για να υπονοήσει και να υποκρύψει. Το λανθάνον καλείται να υποθάλψει λογική και φαντασία. Κι ίσως αυτό να εξέθρεψε τον τυφλό ποιητή και την παράδοσή του.
Το κενό στην Αρχιτεκτονική, άχρονο κι αόρατο σαν μαύρη τρύπα, εγκαθίσταται διαφοροποιούμενο από το φευγαλέο κι επισφαλές, που διεξάγεται στην επιφάνεια, στη γη. Είναι ο εντός τόπος, το υπογειωμένο τοπίο, απΆ όπου εξορύσσεται η πρώτη ύλη της Αρχιτεκτονικής, εκεί όπου γειώνονται τα θεμέλια των επιδόσεών μας, το άβατο κι αιώνιο συνάμα.
Σήμερα χτίζουμε αναιδώς, αναλώνοντας χώρο και εικόνα. Απατημένοι κερδοσκόποι εμείς, ιδιοκτήτες νομίζουμε του επιστρώματος της γης, ενώ το φέρον υπόστρωμα, το επέκεινα άτοπο, η τομή της εικόνας, μας διέπει, χωρίς να μας ανήκει.
Το κενό συνιστά πράξη, την κατάβαση στο άρρητο στην Ποίηση, όταν οι λέξεις αδυνατούν να ξεκλειδώσουν το τοπίο, και ζητείται να συλληφθεί το μετεωριζόμενο, το μεταβαίνον στην αστασία της ύλης. Τότε η γραφή συναντιέται με το άφατο, τα αποσιωπητικά, το σημείο. Και “το σημείο είναι η τομή των ρωγμών, που αυλακώνουν την ύλη” σύμφωνα με τον R. Barthes.
Στην επικράτεια πια της σκιάς, η απουσία των ιχνών, η αποστασιοποίηση από το γεγονός και το εύρημα της ανάγνωσής του, άγουν σε πληρότητα, εκφεύγοντας από τις παγίδες της εντύπωσης. Εκεί ξαναπλέκονται οι κώδικες, αίρονται οι παραθέσεις, αναφέρονται οι αποσπάσεις. Ανασυντίθενται τα θραύσματα στο εσωτερικό μιας συνδυαστικής σημείων, που με την αφαιρετικότητα διασώζει το απέριττο, πιστοποιεί την βαθύτητα.

5. Επιμύθιο

Κλείνοντας θα αναφερθώ στην επισήμανση του Π. Μαρτινίδη στις “Μεσιτείες του Ορατού”, “όσο επικρατεί ο πολιτισμός των εικόνων κι όσο τα αρχιτεκτονικά πράγματα απαλλάσσονται σχολιασμών ή επιμελών εξηγήσεων, μέσω των οποίων οι μορφές, οι λειτουργίες, οι αξίες και οι συμβολικές ακτινοβολίες εξαναγκάζονται να γίνονται λέξεις, που θα ξαναγίνουν μορφές (συνειδητότερες σε κάθε τέτοια ανακύκλωση), τόσο το κάθε οικοδομικό επίτευγμα θεωρείται “τελειωμένο”, στην οπτική του σύλληψη και στον άμεσο οπτικό εντυπωσιασμό”. Γιατί η εικόνα υφαρπάζεται από τον πολιτιστικό καταναλωτισμό κι ο θρίαμβος της διαφάνειας στην εκζήτησή του απογύμνωσε τα γυάλινα κτίρια. Στην υπερβολή λοιπόν της φωταύγειας, ορατής κι απΆ το διάστημα, θα χρειαστεί να επιστρατεύσουμε πάλι τη σκιά, για να ευκολύνεται το κινούμενο μάτι να ξεδιαλύνει το μέτρο, να ξαναγράψει τα περιγράμματα, να ενσκήψει στην τομή του υπόσκαφου εδράζοντος.
Ζούμε σε μια γενικευμένη και παρακινδυνευμένη αποσπασματικότητα, όπου ο χώρος και ο χρόνος γίνονται πολύτιμα επειδή επενδύονται ατομικά.
Η Αρχιτεκτονική βαρύνεται επιπλέον, ενοχοποιούμενη, επειδή οικοδομώντας αναλώνει ενέργεια ασύστολα σε χαλεπούς καιρούς. Γιατί οι οίκοι και οι οικιστές τους εμείς, διελάθαμε της οικοσοφίας και της οικονομίας, και σαν αλαζόνες Ίκαροι πλησιάζουμε τον ήλιο της απώλειας με τα φτερά που μας επιτράπηκε να επινοήσουμε.
Επίκαιρο λοιπόν το ερώτημα του Χάιλντερλιν “προς τι ο ποιητής σε φτωχικούς καιρούς;”
Για να αντιστέκεται στην έκπτωση, στη σύνθλιψη του Δημόσιου από το Ιδιωτικό, για να ζυγιάζεται η αυτοσυνειδησία μιας κοινωνίας με την τέχνη; Μόνο αυτός;
Κι αν η τέχνη αποτελεί αντίδοτο, επειδή ως τίκτουσα υιοθετείται από τον Πόρο και την Πενία, θα χρειαστεί πάλι να επινοήσουμε τον τυφλό ποιητή και να επιστρέψουμε στα πεδία της σκιάς για να ακούγεται στη σιωπή ο Σωκράτης διαλεγόμενος με τον Φαίδρο. Κι εκεί, μέσα απ΄ τις ρωγμές της σκιάς, όπως λέει ο Ελύτης “στο φως του ήλιου του κρυπτού η φύση μας η τρίτη να φανερωθεί”.
Αν λοιπόν κατά τον Holderlin “ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος”, τότε ανάλογα ποίηση του χώρου να γενεί η κατοίκηση, “για να κατοικούν οι άνθρωποι σαν ποιητές”. Να που προσβλέπει ο αρχιτέκτονας, στην κατοίκηση της ποίησης.