Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
"Γραφειοκρατίτιδα" και ακαδημαϊκή ποιότητα
 

Των Χαράλαμπου Μουτσόπουλου, Χαρίδημου Κ. Τσούκα*

από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 07-09-08



Τα «μαντάτα» για τις επιδόσεις της χώρας σε διάφορους τομείς έρχονται, συνήθως, απΆ έξω, αφού οι εγχώριες αξιολογήσεις των δημοσίων θεσμών είτε δεν υπάρχουν (το συνηθέστερο), είτε δεν εμπνέουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Η φετινή έρευνα του Πανεπιστημίου της Σαγκάης για τα καλύτερα 500 πανεπιστήμια της υφηλίου, περιλαμβάνει μόνο δύο ελληνικά πανεπιστήμια, και μάλιστα σε όχι ιδιαίτερα περίοπτες θέσεις – το Καποδιστριακό κατατάσσεται στην 243η θέση και το ΑΠΘ στην 390ή θέση. Πανεπιστήμια χωρών φτωχότερων από την Ελλάδα, με ασθενέστερη ακαδημαϊκή παράδοση, εμφανίζονται με καλύτερες επιδόσεις. Δεν είδαμε τη Σύνοδο των Πρυτάνεων ή τον υπουργό Παιδείας να κάνουν κάποιο εθνικά εμψυχωτικό σχόλιο επΆ αυτού, αλλά σίγουρα πρόκειται για αποτελέσματα που δεν μας κάνουν υπερήφανους.

Πού στηρίζεται η αριστεία των ανώτατων ιδρυμάτων στις προηγμένες χώρες; Στα εξής απλά: στην επιλογή άριστου ανθρώπινου δυναμικού, την απαιτητική περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ιδρύματος για παραγωγή νέας γνώσης, τη γενναιόδωρη χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και τις ηθικές και οικονομικές απολαβές αυτών που, έπειτα από αξιόπιστη αξιολόγηση, αποδεικνύεται ότι υπηρετούν τον κύριο σκοπό του Πανεπιστημίου – τη διεθνώς αναγνωρίσιμη έρευνα και την άριστη διδασκαλία. Αυτοί οι παράγοντες διασφαλίζουν την ποιοτική υπεροχή των πανεπιστημίων.

Στην Ελλάδα, χρόνια τώρα, δεν ασχολούμαστε με αυτά τα σημαντικά θέματα ουσίας, αλλά με ατέρμονα θέματα διαδικασίας – πώς θα εκλέγονται οι πρυτάνεις, αν θα έχουν τα πανεπιστήμια άσυλο, ποια πρέπει να είναι η σύνθεση των εκλεκτορικών οργάνων (λες και πρόκειται για συνταγές μαγειρικής), κ.λπ. Η εσωστρεφής «γραφειοκρατίτιδα», προϊόν καχυποψίας και συσχετισμών ισχύος στο εσωτερικό των πανεπιστημίων, υποκατέστησε την εξωστρεφή επιδίωξη της αριστείας. Ποιος νοιάζεται για την κατάταξη της Σαγκάης, όταν το κύριο μέλημα είναι να μην τελούν τα πανεπιστήμια υπό κατάληψη;

Νόμοι επί νόμων και αλλαγές επί αλλαγών αναπαράγουν τη γραφειοκρατική μιζέρια, δεν αναζητούν την ακαδημαϊκή ποιότητα. Ιδού ένα απλό παράδειγμα. Σύμφωνα με τον σχετικά πρόσφατο νόμο-πλαίσιο για τα πανεπιστήμια, για την προαγωγή ή επιλογή μελών Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) απαιτείται να συμμετέχουν στο τριακονταμελές εκλεκτορικό σώμα δέκα «εξωτερικοί» εκλέκτορες από άλλα ελληνικά πανεπιστήμια που έχουν το ίδιο ή συγγενές γνωστικό αντικείμενο με τον κρινόμενο. Ο νόμος, ωστόσο, δεν κάνει μνεία για τα ακαδημαϊκά προσόντα των εκλεκτόρων.

Πάρτε για παράδειγμα την προαγωγή ενός μέλους ΔΕΠ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή. Στις προηγμένες χώρες, οι Ιατρικές Σχολές, για να αποδώσουν τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή σε έναν υποψήφιο, απαιτούν «δείκτη απήχησης h» μεταξύ 10 και 15. Αυτός ο δείκτης προσδιορίζει τον αριθμό των δημοσιεύσεων του κρινομένου, η κάθε μία από τις οποίες αναφέρεται από τουλάχιστον αντίστοιχο αριθμό δημοσιεύσεων άλλων ερευνητών. Παραδείγματος χάριν, ένας δείκτης h=6 δηλώνει ότι 6 εργασίες του κρινομένου αναφέρονται, η κάθε μία, από τουλάχιστον άλλους 6 ερευνητές. Στην προαναφερθείσα περίπτωση προαγωγής στην Ιατρική Σχολή, το σώμα των «εξωτερικών» εκλεκτόρων είχε μέσο όρο συντελεστή h=6,7, ενώ ο αντίστοιχος των «εσωτερικών» εκλεκτόρων (δηλαδή της Ιατρικής Σχολής) ήταν 13,3! Σε απλά ελληνικά, οι «εξωτερικοί» κριτές, οι οποίοι υποτίθεται ότι θα διασφάλιζαν την ποιότητα της ακαδημαϊκής κρίσης, είχαν ερευνητικό έργο υποδεέστερης απήχησης από τους «εσωτερικούς» συναδέλφους τους!

Η κοινή λογική και οι άριστες διεθνώς πρακτικές λένε ότι όταν συγκροτείς εκλεκτορικά σώματα διαλέγεις τους καλύτερους, είτε αυτοί είναι «εσωτερικοί» είτε «εξωτερικοί». Το μείζον είναι η επιστημονική καταξίωση ενός κριτή, όχι το πανεπιστήμιο από το οποίο προέρχεται. Η προσπάθεια να υπαχθούν αξιολογικές κρίσεις σε απρόσωπες διαδικασίες-αλγόριθμους, δεν παράγει ποιότητα, αλλά μετριότητα. Ανακουφίζει τις πανεπιστημιακές αρχές από το άχθος της έλλογης επιλογής των καλύτερων εκλεκτόρων, οι οποίοι θα εκλέξουν τους καλύτερους υποψηφίους, υπέρ της άκριτης εφαρμογής ενός νομικού αλγορίθμου. Η νεοελληνική καχυποψία έναντι των θεσμών μεταφράζεται σε «αντικειμενικές διαδικασίες», περιθωριοποιώντας την προσωπική κρίση και πρωτοβουλία, αφού στη νεοελληνική συνείδηση, η προσωπική κρίση εκλαμβάνεται, όχι πάντοτε αδικαιολόγητα, ως αυθαίρετη άσκηση εξουσίας. Η ιστορικά εμπεδωμένη καχυποψία έναντι των θεσμών μάς ωθεί σε «αντικειμενικές διαδικασίες», αφού αυτό που μόνο μας νοιάζει δεν είναι η προαγωγή της ποιότητας όσο η αποφυγή της αυθαιρεσίας. Οι ακαδημαϊκοί θεσμοί μας δεν έχουν σχεδιαστεί να παράγουν ποιότητα και –ω του θαύματος!– δεν παράγουν ποιότητα!

Δεν χρειάζεται να εφεύρουμε τίποτα καινούριο – το έχουν κάνει άλλοι πριν από μας. Τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο καταφέρνουν να προσελκύουν και να εκλέγουν τους καλύτερους καθηγητές. Για τον σκοπό αυτό επιλέγουν ως εκλέκτορες πανεπιστημιακούς με τα υψηλότερα ακαδημαϊκά προσόντα, άριστο ήθος, και υψηλές ακαδημαϊκές απαιτήσεις, τόσο από τη χώρα τους όσο και από το εξωτερικό. Το πρότυπο αυτό επιλογής επιστημονικού προσωπικού εφαρμόζεται από τα καλύτερα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας μας. Γιατί δεν εφαρμόζουμε τον νόμο αυτό και στα πανεπιστήμιά μας;

Στην Ελλάδα έχουμε την τάση να ανακαλύπτουμε τον τροχό. Ακόμα κι όταν το καταφέρνουμε, συνήθως τον τοποθετούμε ανάποδα! Τα πανεπιστήμιά μας δεν χρειάζονται τη μετριότητα της «γραφειοκρατίτιδας», αλλά την επανάσταση της ποιότητας, της δημιουργικής φαντασίας και της υπεύθυνης πρωτοβουλίας. Κι όπως όλες οι επαναστάσεις, εύκολα περιγράφεται, αλλά δύσκολα πραγματοποιείται.

* Ο κ. Χ. Μουτσόπουλος είναι καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας είναι καθηγητής στο ALBA και στο University of Warwick.