Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΗΣ "ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ"
 

Του Γιώργου Σμύρη, Αρχιτέκτονα, απόφοιτου της Ζωσιμαίας Σχολής και μέλος του ΔΣ του Συλλόγου, Μάρτιος 2006.



Η σχολική δραστηριότητα και η ανάπτυξη του εκπαιδευτικού προγράμματος της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων δεν είναι άσχετη με τον χώρο μέσα στον οποίο αναπτύχθηκε. Τα οικοδομήματα που φιλοξένησαν κατά καιρούς τις δραστηριότητες αυτές, ακολούθησαν την τύχη της πόλης και η ιστορία τους συνδέεται άμεσα με την ιστορία της ίδιας της ‘Σχολής’. Από το 1828, οπότε ιδρύθηκε το πρώτο διδακτήριο, μέχρι τα 1957 οπότε χτίστηκε το τελευταίο, τέσσερα κτίσματα της πόλης αποτέλεσαν την έδρα της ‘Σχολής’. Για μικρά διαστήματα οι σχολικές δραστηριότητες φιλοξενήθηκαν και σε άλλα κτήρια, κυρίως στα μεσοδιαστήματα μεταξύ της μίας ή άλλης ανέγερσης. Δυο από τα κτίσματα όμως αυτά, συνέδεσαν την ‘Ζωσιμαία Σχολή’ με τις διεθνείς τάσεις στην αρχιτεκτονική, κατατάσσοντάς την έτσι κοινωνό και δραστηριοτήτων γενικότερου προβληματισμού.
Το πρώτο διδακτήριο που ιδρύθηκε το 1828 Ιωάννινα για τις ανάγκες της ‘Σχολής’, στεγάστηκε σε μικρό αρχοντικό κοντά στο τελευταίο κτίριο της ‘Ζωσιμαίας Σχολής’ στην θέση όπου σήμερα βρίσκεται το Β΄ Ελισαβέτειο δημοτικό σχολείο. Παρέμεινε εκεί μέχρι το 1834 οπότε μεταφέρθηκε σε παλαιά οικία (οικία Αθανασίου), εκεί όπου αργότερα κτίσθηκε εκ βάθρων το κτίριο της πρώτης ‘Σχολής’. Ήδη από το 1832 οπότε χρησιμοποιείται ο τίτλος Ζωσιμαία, (τόσο ως προσδιοριστικό του διδακτηρίου όσο και ως προσδιοριστικό της δραστηριότητας), το προαναφερόμενο κτίσμα μαζί με μια σειρά όμορων οικοπέδων είχαν αγορασθεί από την Ζωσιμαία αδελφότητα για την ανέγερση διδακτηρίου. Αυτό έγινε όμως δυνατόν μετά το 1901 όταν συστήθηκε η σχετική επιτροπή και ανατέθηκε στο γιαννιώτη μηχανικό Π. Μελίρρυτο και στον ταγματάρχη του Μηχανικού Δ. Χρηστίδη η εκπόνηση της μελέτης ανέγερσης της πρώτης ‘Σχολής’. Το κτίριο θεμελιώθηκε στις 17-2-1902 και εγκαινιάστηκε στις 14-2-1905. Ως καταλληλότερη μορφή επιλέχθηκε η αντιγραφή του σχεδίου του κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, χαρακτηριστικό έργο του Χριστιανού Χάνσεν που είχε ήδη ολοκληρωθεί στα 1864.

Όπως ο Χάνσεν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών έτσι και Μελίρρυτος τόνισε την είσοδο προς την ανατολική όψη του κτηρίου με ιωνικό δικιόνιο πρόπυλο, οι διαστάσεις του οποίου παραπέμπουν αμυδρά στις αναλογίες των Προπυλαίων της Ακρόπολης των Αθηνών. Χωρίς να είναι πιστό αντίγραφο του κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών οι γιαννιώτες μηχανικοί κατάφεραν να μεταφέρουν την ήρεμη οριζοντιότητα όπως και εκείνο, με ανθρώπινη κλίμακα, κομψή κλασική γραμμή και ανάλαφρη πλαστική επεξεργασία, προβάλλοντας την κυριαρχία της πνευματικότητας και της καλλιεργημένης αισθητικής, μέσα σε μία Γιαννιώτικη κοινωνία που σκιρτά για ελεύθερη αστική συνείδηση και ενστερνίζεται γρήγορα τα μηνύματα του Αθηναϊκού αστικού κλασικισμού. Θέλοντας να μετατρέψουν την πόλη των Ιωαννίνων σε νέα πρωτεύουσα της γοργά επικείμενης απελευθερωμένης Ηπείρου, μεταφέρουν τα αισθητικά πρότυπα της πρωτεύουσας ως παιδευτικά μηνύματα, χαρίζοντας στην πόλη την ποθούμενη ελληνοκεντρική χροιά της μνημειακότητας. Όπως είναι επίσης σαφές η ήρεμη αυτή πνευματική μνημειακότητα τονίζεται από την εφαρμογή των στοών των πτερύγων της όψης, οι τοίχοι του βάθους των οποίων επρόκειτο να κοσμηθούν με πολύχρωμη ζωφόρο κατ΄ αναλογία των δημιουργιών του Rahl στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γρήγορα όμως γεννάται η αντίδραση της Τουρκικής Διοίκησης που απαγορεύει «…να ζωγραφίσωσι και δώσωσι εντός της Σχολής εικόνας με εννοίας ασαφείς και επιληψίμους..» και το έργο παραμένει ανολοκλήρωτο. Όπως και στο πρότυπό του, το κτίσμα υπερυψώνεται τονίζοντας την όψη με εντυπωσιακή σκάλα ανόδου, υποκρύπτοντας έντεχνα την διώροφη διαμόρφωση, χάριν της ήρεμης οριζοντιότητας. Η πιόσχημη συμμετρική κάτοψη στα ανατολικά
(πρωτοτυπία του γιαννιώτικου κτιρίου) συνδυάζει άρτια τους ημιυπαίθριους χώρους των στοών με τις συνεχόμενες αίθουσες, ενοποιώντας τις όψεις με την άριστη χρήση πεσών ως υποστηρίγματα και πεσών ως περιθυρώματα των κατακόρυφων επιμήκων παραθύρων, προσδίδοντας στο κτίσμα μορφολογική ενότητα και λειτουργική αρτιότητα. Δεν γνωρίζουμε βέβαια αν το τελικό αποτέλεσμα ήταν στις προθέσεις των αρχικών σχεδιαστών, καθότι σώζονται και σχέδια διαφορετικής διαμόρφωσης με παρόμοια νεοκλασικά χαρακτηριστικά, αλλά φαίνεται ότι τελικά επικράτησε η άποψη της αντιγραφής του Αθηναϊκού ιδρύματος, με την οικονομική συμβολή του οποίου ολοκληρώθηκε.
Οι δραστηριότητες της Σχολής φιλοξενήθηκαν στο κτίσμα αυτό μέχρι τον βομβαρδισμό του κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και την μετατροπή του από τις δυνάμεις κατοχής σε φυλακή. Το 1960 το κτίριο επισκευάστηκε και μετετράπη αργότερα σε γυμνάσιο ‘Αρένων’. Οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες της ‘Ζωσιμαίας’ μεταφέρθηκαν προσωρινά στο κτίριο του Ρουμανικού γυμνασίου (μετέπειτα Οικονομικό γυμνάσιο). Ήδη όμως από το 1951 είχε ήδη να κατασκευάζεται το κτίριο της τελευταίας ‘Ζωσιμαίας Σχολής’, σε σχέδια του επιφανούς νεοέλληνα αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού. Το νέο κτήριο ολοκληρώθηκε το 1957 και η Σχολή εγκαταστάθηκε οριστικά σ’ αυτό.
Το νέο κτίριο σχεδιάστηκε αρχικά για να περιλαμβάνει 11 αίθουσες διδασκαλίας, αμφιθέατρο, γραφεία , εστιατόριο, και πληθώρα βοηθητικών εκπαιδευτικών χώρων.
Ο Καραντινός εκτελούσε καθήκοντα επιθεωρητή στο Υπουργείο Παιδείας από το 1947 ως το 1958, ενώ η μακρόχρονη ενασχόλησή του με σχολικά κτίρια ήδη από την δεκαετία του 1930, καθιερώνει την σχολική αρχιτεκτονική ως το σημαντικότερο πεδίο πειραματισμού της νέας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Τόσο η δεκαετία του ‘30, όσο και εκείνη που θα ακολουθήσει, είναι οι μόνες στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής, όπου η ελληνική εμπειρία ζυμώνεται μέσα στα μηνύματα των διεθνών τάσεων που διαμορφώνουν οι επιφανείς Γκρόπιους και Λε Κορμπυζιέ.
Τα νέα ρατσιοναλιστικά κτίρια αναζητούν σημεία σύνδεσης με τις τοπικές συνθήκες και οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί απασχολούν περισσότερο από ποτέ τους αρχιτέκτονες της εποχής. Αποτέλεσμα μακράς εμπειρίας, ο Καραντινός επαναφέρει στο κτίριο της ‘Ζωσιμαίας’, αυτούσιο το ήθος του μοντέρνου σε μια ανανεωμένη μεταπολεμική εκδοχή και μετατρέπει τον ορθολογισμό της ευρωπαϊκής εμπειρίας σε τοπικό χαρακτηριστικό.
Αυτόνομο κτίριο, προτάσσει δυναμικά την εκδοχή του σε δύο εμφανείς ορόφους , υποτάσσοντας τους υπόλοιπους σε βαθμιδωτή ημιυπόγεια διάρθρωση και ασύμμετρες στέγες. Ένα ανοικτό αστρονομικό παρατηρητήριο, ως πύργος, διαταράσσει την οριζόντια ήρεμη διάρθρωση και διακόπτει την συνέχεια των στεγών με ατέρμον κατακόρυφο στοιχείο. Ο εσωτερικός και εξωτερικός χώρος υποδοχής και η κατακόρυφη και οριζόντια επικοινωνία διατάσσονται με ορθολογισμό, τονίζοντας ιδιαίτερα τις αίθουσες διδασκαλίας, τόσο στις όψεις όσο και στις κατόψεις, που γίνονται άμεσα κατανοητές και από το εξωτερικό του κτιρίου. Η ασύμμετρη ογκοπλαστική διάρθρωση, συνδυάζεται αρμονικά με τους μεγάλους εσωτερικούς χώρους (αίθουσες τελετών, αμφιθέατρο κ.τ.λ.), με τους άξονες επικοινωνίας και εμπλουτίζεται με τους αυτόνομους όγκους της βιβλιοθήκης και των γραφείων. Η ψευδοϊσόδομη λιθοδομή, τοπικό χαρακτηριστικό, τονίζει ιδιαίτερα την διάρθρωση των όγκων, ενώ τα μεγάλα τυποποιημένα παράθυρα και οι φωτιστικές επιφάνειες μεταφέρουν ώριμα την έννοια της διαφάνειας στον μεγάλο όγκο του κτιρίου. Γνώστης της περιοχής ο Καραντινός, ( εργάστηκε για τα κτίρια της Βελλάς σε τρεις περιόδους, για την μελέτη της νέας πτέρυγας της μονής Φιλανθρωπινών και δημιουργία μουσείου θρησκευτικής τέχνης στο Νησί, για το μνημείο και την μονή Ζαλόγγου, μελέτησε και συνέγραψε για την αρχιτεκτονική στο Ζαγόρι κ.α.), καταφέρνει να δώσει στο τελευταίο κτήριο της ‘Ζωσιμαίας’ άρτια τα χαρακτηριστικά του ‘μοντέρνου’, κατατάσσοντάς το γνωστό στην διεθνή βιβλιογραφία που ασχολείται με το κίνημα αυτό και την πρόσληψή του από τους Έλληνες αρχιτέκτονες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΜΥΡΗΣ, ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ