Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
O τρίτος Ανάχαρσης στην Ολυμπία
 

του Παντελή Μπουκάλα, Δημοσιογράφου



O Σόλων ήταν απολύτως βέβαιος: Η δόξα που συνοδεύει τα σύμβολα της νίκης στους αγώνες αξίζει όσο τίποτε, άρα λοιπόν όσοι αναζητούν την «εύκλεια» έχουν κάθε λόγο να κοπιάσουν, να πονέσουν. Τα λέει όλα αυτά ο Αθηναίος, ένας από τους εφτά σοφούς, σε έναν Σκύθη, τον Ανάχαρση, τον μοναδικό «βάρβαρο» που ορισμένοι αρχαίοι τον συγκαταριθμούσαν στην επτάδα των σοφών. Φιλομαθής ο Ανάχαρσης, έχει φτάσει στην Αθήνα «θεωρίης είνεκεν» κατά την ηροδότεια εξήγηση, «για να μάθει τους νόμους των Ελλήνων και τα έθιμά τους» και να μελετήσει το «άριστο πολίτευμα». «Πειραχτήρι» όπως ήταν ο Λουκιανός (άλλος ένας «βάρβαρος» κι αυτός, από τα Σαμόσατα της Συρίας), εμφανίζει και τον Ανάχαρση σαν πειραχτήρι, σαν είρωνα και χλευαστή, στο διάλογό του «Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων», όπου κατατίθενται πολλά –ανθεκτικά στο χρόνο– ερωτήματα για την αξία των αγώνων και των επάθλων.

Βλέπει λοιπόν ο Ανάχαρσης γεμάτα τα γυμνάσια της Αθήνας και τα παλικαρόπουλα να κυλιούνται στη λάσπη σαν τα γουρούνια και νΆ αλληλοδέρνονται. Παραξενεύεται και ρωτάει να μάθει ποιος ο στόχος όλης αυτής της «μανίας» («ως έμοιγε μανία μάλλον εοικέναι δοκεί το πράγμα»), και ποιο το έπαθλο. Ακούει τον «επιγελώντα» και «επιχλευάζοντα» ξένο ο Σόλωνας και πιάνει να του εξηγεί τα «ανεξήγητα». Tου λέει λοιπόν (εδώ ο Λουκιανός επαναλαμβάνει έναν κοινό τόπο καταξιωμένο και από την αρχαία ποίηση) πως οι Έλληνες «δεν θεωρούν πόλη τα οικοδομήματα, τα τείχη επί παραδείγματι, τα ιερά και τους νεώσοικους», αλλά αυτούς που την εμψυχώνουν, τους κατοίκους της. Το βάρος λοιπόν πέφτει στους πολίτες («το δε παν κύρος εν τοις πολίταις τιθέμεθα»), κι όλη η μέριμνα της πολιτείας είναι να γίνουν ενάρετοι μεν, δυνατοί δε («αγαθοί μεν τας ψυχάς, ισχυροί δε τα σώματα»), γιατί μόνο τέτοιοι πολίτες φέρονται πρεπόντως σε καιρό ειρήνης και κρατούν την πατρίδα τους «ελευθέραν και ευδαίμονα» σε καιρό πολέμου. Όσο για τα έπαθλα, απλά πράγματα, συνεχίζει ο Σόλωνας: ένα στεφάνι από αγριελιά στα Ολύμπια, από πεύκο στα Ίσθμια, από σέλινα στα Νέμεα, μήλα από τα ιερά δέντρα των θεών στα Πύθια, τέλος λάδι από την ιερή ελιά στα Παναθήναια, «σημεία της νίκης».

ΤΆ ακούει αυτά ο Ανάχαρσης, «νομάς και πλάνης άνθρωπος, επΆ αμάξης βεβιωκώς, πόλιν δε ούτε οικήσας πώποτε ούτε άλλοτε ή νυν εωρακώς», όπως αυτοπροσδιορίζεται, μέτοχος ενός άλλου κοινωνικού και πολιτικού τρόπου, ενός άλλου πολιτισμού, και δεν καταφέρνει να συγκρατήσει τα γέλια του. Η ειρωνεία του, έτσι όπως μεθοδικά την οξύνει ο Λουκιανός, πρέπει νΆ ανάγκασε τον Αθηναίο να επιστρατεύσει όλη του τη σοφία για να μείνει ψύχραιμος: «A, ναι, σπουδαιότατα τα έπαθλα, Σόλωνα, πρέπει λοιπόν να καυχιούνται για τη γενναιοδωρία τους όσοι τα δίνουν». Αν και, ρίχνει το δηλητήριό του, μάλλον δεν είναι ανάγκη να πνιγεί κανείς ή να σακατευτεί για νΆ αποκτήσει μήλα ή σέλινα, αφού δεν είναι δα δύσκολο και κοπιαστικό να τα κόψει μόνος του, και μόνος του να φτιάξει ένα στεφάνι και να το βάλει στο κεφάλι του, δίχως να χρειαστεί νΆ αρπάξει κλοτσιές στην κοιλιά του από τους ανταγωνιστές του. Στα όρια της υπομονής του ο Σόλωνας, εξηγεί στον σαρκαστή συνομιλητή του ότι οι ασκήσεις, οι αγώνες και τα έπαθλα παίρνουν το νόημά τους επειδή αποτελούν μια σπουδαία προετοιμασία και αγωγή για ένα άλλον αγώνα, «κοινό για όλους τους αγαθούς πολίτες». O αγώνας αυτός έχει μέσα του την ευδαιμονία, η οποία παρουσιάζεται σαν ένα σύνολο με μέλη την ελευθερία (του καθενός ατομικά και της πατρίδας γενικά), τον πλούτο, τη δόξα, την απόλαυση των πατρίων εορτών και την ασφάλεια των οικείων.

Όσο δύσκολο ήταν να πειστεί ο Ανάχαρσης ακούγοντας το εγκώμιο των αγώνων από τα χείλη του Σόλωνα, άλλο τόσο είναι να πειστούμε εμείς σήμερα, επίσης «ξένοι» απέναντι στον πολιτισμό του Αθηναίου (και των Αθηναίων γενικά), ότι, πρώτον, τα πράγματα είχαν τότε έτσι και μόνον έτσι (γνωστός είναι άλλωστε ο αντιρρητικός λόγος φιλοσόφων και ποιητών που αμφισβητούσαν την αρετή των αθλητών), και, δεύτερον, ότι αυτό το ιδεώδες έχει την παραμικρή σχέση με το σύγχρονο, οικείο μας μοντέλο, αυτό που επικράτησε και στους 28ους Ολυμπιακούς που λήγουν σήμερα. Κάπως αλλιώς τους ήθελαν και τους προανήγγελλαν τους αγώνες αυτούς οι διοργανωτές τους: σαν τους «καλύτερους, ασφαλέστερους και καθαρότερους» της ιστορίας. Το πιο πιθανό είναι ότι ο κ. Zακ Pογκ δεν θα μας κάνει σήμερα τη χάρη να τους αποδώσει τον τίτλο των «καλύτερων». Για να γίνουν πάντως οι «ασφαλέστεροι» ξοδεύτηκαν αστρονομικά ποσά, ώστε να ικανοποιηθούν οι άπληστοι έμποροι συστημάτων ασφαλείας και οι πολιτικοί καθοδηγητές τους. Όσο για το αν υπήρξαν οι «καθαρότεροι», την απάντηση τη δίνουν όσα πικρά και απομυθοποιητικά συνέβησαν πριν καν αρχίσουν οι αγώνες και ώς το τέλος τους – και εξαιτίας των οποίων ένα τεράστιο γεγονός, όπως οι Ολυμπιακοί, κατάντησε ένα ακόμη πιασάρικο θεματάκι για τους σκανδαλολάγνους των τηλεοπτικών παραθύρων.

Δεν εμφανίστηκε βέβαια στα παράθυρα ο Σόλωνας ούτε κι ο Ανάχαρσης, ή η σκιά τους. Οι δυο τους πάντως, αν τους δινόταν ευκαιρία, θα ξανάπιαναν από την αρχή το διάλογό τους, όχι αντίδικοι πια αλλά σύμφωνοι ως προς τα κύρια: Ότι τα έπαθλα δεν είναι –και δεν ήταν ποτέ– απλώς στεφάνια από αγριελιά ή από σέλινο, ότι η προπόνηση δεν ταυτίζεται με την αγωγή, ότι το ακμαίο και ανθηρό σώμα δεν είναι οπωσδήποτε έδρα της αρετής, ότι τα γυμναστήρια των αθλητών και ο στίβος της ζωής διαφέρουν κάμποσο, ότι, τέλος, ο «κοινός αγώνας» δεν είναι πλέον τόσο αυτονόητος, και πάντως δεν είναι γενικώς επιθυμητός• οι «ήρωες» ακολουθούν την προσωπική τους διαδρομή, και κάποιοι από αυτούς, όποια κι αν είναι η εθνικότητά τους, ανήκουν μάλλον στη χορηγό εταιρεία τους, με την οποία τους συνδέουν δεσμοί χρήματος, παρά στην πατρίδα τους, στην οποία τους αποδίδουν οι περίφημοι δεσμοί αίματος. Κι εδώ ο παλαιός Ανάχαρσης, παίζοντας με την ιστορία, θα υιοθετούσε τη διαπίστωση του μακρινού απογόνου του, του «Νέου Ανάχαρση», ήρωα μιας φανταστικής περιήγησης στην αρχαία Ελλάδα που τη συνέγραψε ο Γάλλος αβάς Zαν-Zακ Mπαρτελεμί και τη μετέφρασε ο Ρήγας Φεραίος: «Όσον δυσκολώτερον είναι νΆ αποκτήση τινάς φήμην εις τα πεπολιτευμένα έθνη, τοσούτον η ματαιότης κατασταίνεται ανησυχωτέρα και ικανή μεγίστων υπερβολών», λέει επισκεπτόμενος την Ολυμπία.

O Λουκιανός πάντως, δεινός σοφιστής, δεν θα δυσκολευόταν να εντοπίσει στοιχεία παρηγορίας και στα πιο αποκαρδιωτικά συμβάντα. Ίσως έλεγε λοιπόν ότι οι θεοί δεν απέστρεψαν το βλέμμα τους από την Ελλάδα αλλά συνεχίζουν να την προστατεύουν. Για να την προφυλάξουν δε από την αλαζονεία και τις νευρωτικές ψευδαισθήσεις της υπεροχής και της μοναδικότητας, έστειλαν σαν αγγελιοφόρους μετριοφροσύνης τα σκάνδαλα, για να αποκαλυφθεί ένα τουλάχιστον μέρος της αλήθειας, η οποία αποκρύπτεται από την τόση στίλβη. Ναι, τα απανωτά αλγεινά περιστατικά αμαύρωσαν μια εικόνα που φιλοτεχνήθηκε με αυταρέσκεια και με εθνικώς ορθή μυωπία. Είναι όμως προτιμότερη μια εικόνα με ψεγάδια, δηλαδή κοντά στην πραγματικότητα, παρά ένα ιδανικό ομοίωμα που θα συνέχιζε να μας βαυκαλίζει, κρατώντας μας μακάριους αιχμαλώτους του μυθεύματος της λαμπρής αγνείας μας.

Από την Καθημερινή της 29ης Αυγούστου 2004


Φωτογραφίες:


01. Ερμής του Πραξιτέλη Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας
02. Νίκη Παιωνίου Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας