Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Ζωσιμαία και Ζωσιμάδες
 

του Κ. Αρ. Πύρρου, Απόφοιτου της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων



Το όνομα Ζωσιμαία το πρωτοάκουσα στην πολύ πρώιμη παιδική μου ηλικία μέσα σε συγκεχυμένες και σίγουρα όχι ευχάριστες καταστάσεις που αφορούσαν την εποχή της γερμανικής κατοχής.
Οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν τα υπόγεια του κτιρίου της παλαιάς Ζωσιμαίας Σχολής, μετά το βομβαρδισμό του, σαν φυλακή και εκεί είχαν κρατούμενο και τον πατέρα μου με την καθημερινή εφιαλτική αίσθηση ότι ήταν πιθανό οποτεδήποτε να τον στέλνανε σε κάποιο γερμανικό στρατόπεδο ή και να τον εκτελούσαν ακόμη. Ήταν δύσκολα χρόνια και ο καθένας με το είναι του και τις επιλογές του στήριζε τις αξίες που υπερασπιζόταν και τα πιστεύω του απέναντι στη ζωή και τους συνανθρώπους του.
Αυτή η ζοφερή, αλλά και κειμηλιακή εικόνα συνδέθηκε με τη λέξη Ζωσιμαία και διατηρήθηκε αρκετά μέσα μου ώσπου να συνειδητοποιήσω ότι προερχόταν από το όνομα των ευεργετών αδελφών Ζωσιμάδων και τη Σχολή που δημιουργήθηκε και λειτουργούσε τόσο ευδόκιμα στα Γιάννινα με έμπνευση και χρήματα δικά τους, με το φωτισμένο πέρασμα και την ιστορική προσφορά λαμπρών δασκάλων και διανοουμένων απ΄ τον καιρό της Τουρκοκρατίας ως τη σύγχρονη εποχή.
Έτσι άρχισε να αποκαθίσταται στη σκέψη μου η Ζωσιμαία και λίγο αργότερα με το σήμα του πρότυπου Δημοτικού σχολείου της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας (Ζ.Π.Α.) ένιωθα υπερήφανος καθώς φορούσαμε τα ναυτικά μας (πιθανόν εξαιτίας της Παμβώτιδας και των πλεούμενων σ΄ αυτή!) και κάναμε την παρέλαση στις εθνικές γιορτές, ειδικά την 21 Φεβρουαρίου, ξεπαγιάζοντας συνήθως μπροστά από τον Παύλο και τη Φρειδερίκη καθώς και τον αείμνηστο Δήμαρχο Γόρη Σακκά.
Πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο, μεγαλώνοντας και αποκτώντας τις συνηθισμένες αδυναμίες που συνοδεύουν την ανθρώπινη φύση, μας προέκυψε και λειτούργησε για κάποιο διάστημα ένα συναίσθημα ανταγωνιστικό μέχρι τα όρια του ελιτισμού, σνομπισμού να το πω, για τα υπόλοιπα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης.
Πέρασε κι αυτό, αποφοιτήσαμε από το Γυμνάσιό μας, πήραμε δρόμους και «ξενιτευτήκαμε» απ΄ την πόλη μας, άλλοι ξαναγυρίσαμε άλλοι όχι, γίναμε κάποιοι (επώνυμοι όπως συνηθίζεται να λέμε τελευταία) ή όχι, τιμήσαμε ή ευτελίσαμε τις παρακαταθήκες, όμως ο νόστος και η γλυκόπικρη ανάμνηση, οι εξιδανικεύσεις, οι αυτοενοχοποιητικές συναισθηματικές εκκρεμότητες, τα καθήκοντα και οι ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις, αληθινές ή πλασματικές, οι πόθοι φιλόδοξων ή απλών επιβεβαιώσεων και αναγνωρίσεων, το καθένα χωριστά, αλλά συχνότερα περισσότερα ανάμεικτα, μας έσπρωξαν στη συγκρότηση με τα σύγχρονα δεδομένα που προέκυψαν από την κοινωνική μας ενσωμάτωση και τις ανάγκες της επαφής και ουσιαστικής επικοινωνίας, του μορφώματος που έχει πάλι επίκεντρο τη Ζωσιμαία και εξειδίκευση αναφοράς τον προσδιορισμό «Ζωσιμάδες».
Και τι είναι τώρα «οι Ζωσιμάδες» με την παραπάνω εκδοχή; Είναι, με την πιο στενή έννοια, εκείνοι που αποφοίτησαν απ΄ τη Ζωσιμαία σχολή κι ευρύτερα, εκείνοι που εννοούν ότι υπάρχουν ανάμεσά τους κοινές ιδιομορφίες, τοπικής, γλωσσικής και ιδεολογικής εθιμικά καθορισμένης ταυτότητας ενός μάλλον φαντασιακού συνόλου με συλλογική μνήμη και κοινότητα ορισμένων συμπεριφορών που έχουν σημείο αναφοράς και άξονα τον χωροχρόνο της γυμνασιακής τους θητείας.
Με πιο απλά λόγια, δε νοείται «Ζωσιμάς» που να μην έχει στο νου του τη λίμνη πότε στην ειδυλλιακή, ως τη νωχελικότητα, αρυτίδωτη γοητεία της και πότε στη σαγηνευτικά φουρτουνιασμένη πρόκλησή της, το Μιτσικέλι και βαθύτερα τις χιονισμένες βουνοκορφές, απαράμιλλο φόντο του μεγαλόπρεπου στην αυστηρή λιτότητά του γλυπτού που είχαμε για ηρώο, τότε που βρισκόταν στη σωστή του θέση στην πάνω πλατεία, το Φρούριο, το Νησί, τις χαρακτηριστικές γειτονιές της πόλης.
Πού να μη θυμάται με ένα ιδιόμορφο συναίσθημα ανάμικτο και δυσκολοπερίγραπτο τους αργούς ρυθμούς και τις διαφεύγουσες μετακινήσεις ανθρώπων, σχέσεων και ιδεών, μέσα σε ένα τοπίο με λανθάνουσες και υποψιασμένες ανολοκλήρωτες συμπεριφορές σωφροσύνης και πουριτανικού ορθολογισμού, πνευματικών και ιδεολογικών ανατάσεων και αναζητήσεων, πολυπραγμοσύνης και κουτσομπολίστικης ανάμειξης στη ζωή των άλλων, ανατολίτικης αυτάρκειας και νωχέλειας, κρυψίνοιας, φόβου και υποκρισίας, εξάρσεων και πτώσεων.
Πού να μη φέρνει συχνά στο νου του τους ψαράδες και τις ψαρόβαρκες, τα χέλια, τα κυπρίνια και τα ζαμπόχελα, τα ταμπάκικα, τις τσίμες, την ομίχλη και την πρωϊνή πάχνη στα Θεοφάνεια και τη λιτανεία του Αη- Γιώργη, την «πεφημισμένην» μπουγάτσα του Σακελλαρίου, το κοκορέτσι δίπλα στο Ταχυδρομείο, τον «Ατρόμητο» και τον «Αβέρωφ», το κατάβρεγμα της πλατείας πριν την υποστολή της σημαίας, τη βόλτα πάνω- κάτω απ΄ τον Μαλάμο κι ως το Στρατηγείο και καθόλου πιο πάνω ή πιο κάτω.
Πού να διέγραψε από τις αναπολήσεις του τους μπαξέδες με τα μεθυστικά αρώματα τριαντάφυλλων, κρίνων, μενεξέδων, γαριφάλων, της πασχαλιάς, των χρυσανθέμων και τ΄ αγρολούλουδα στις γύρω πλαγιές και τα χωράφια. Και βέβαια τους Γυμνασιάρχες, τους καθηγητές, τους συμμαθητές μας, μεγαλύτερους και μικρότερους, φίλους και αγαπητούς εκείνων των καιρών.
Τώρα όλοι ξέρουμε, στους καιρούς που ζούμε, μέσα στην κοσμογονική ανακατάταξη που μας περιτριγυρίζει, πώς ηχούν και πώς φαντάζουν όλα τα παραπάνω, άλλωστε κάθε χρόνο προκύπτουν και καινούριοι «Ζωσιμάδες», τα παιδιά μας. Κάθε τόσο εξαφανίζονται ένα- ένα και τα τελευταία υπολείμματα των μπαξέδων, οικοπεδοποιούνται οι αγροί και τα λιβάδια, έχουμε παραπανίσια ζευγάρια παπούτσια, ταξίδια, «ενημέρωση», διακοπές, άγχος, «μόρφωση», μεγάλο Νοσοκομείο, Πανεπιστήμιο, πολυκατοικίες, απλόχερα τέλος πάντων όλα τα καλά και τα κακά της σύγχρονης εποχής, όπως παντού. Χωρίς χτυπητές ιδιαιτερότητες και εξατομικεύσεις, πέρα από αυτές που μένουν καταχωνιασμένες στον καθένα γιατί δε γίνεται αλλιώς.
Τώρα ό,τι κι αν πούμε, ό,τι κι αν κάνουμε, τραβάμε σε αλλότριες τροχιές, σε δρόμους που χαράχτηκαν, διανοίχτηκαν και πλημμύρισαν με καινοφανή πρόσωπα, πράγματα, ιδέες.
Η ζωή συνεχίζεται, όπως εξελίχθηκε, όπως τη φτιάξαμε όλοι με το μοιράδι μας, μικρότερο ή μεγαλύτερο, όπως ήταν επόμενο φαίνεται.
Όμως κάποιες ώρες θέλουμε μαζεμένοι κάπου και πίνοντας ένα κρασάκι να παραβλέπουμε, να προσπερνάμε, να ξεχνάμε, αλλά και να θυμούμαστε.

Να μην ξαστοχούμε.