Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΝ ΧΟΡΩ
 

Κείμενο: Ηλίας Γκαρτζονίκας



ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ

Από τα αρχαία χρόνια θεωρούσαν τον χορό τέχνη παλαιότερη και από την ποίηση.
Βίωμα του προϊστορικού ακόμα ανθρώπου ο ρυθμός, μπορεί να προκληθεί και χωρίς την προϋπόθεση του ήχου. Ρυθμό δηλαδή, μπορεί να έχουν οι διάφορες κινήσεις του σώματος που γίνονται αντανακλαστικά, όπως ο βηματισμός, ή για να ευκολύνουν την εκτέλεση κάποιας εργασίας, όπως η κωπηλασία κ.ά.
Αν τώρα οι κινήσεις αυτές δεν γίνονται για άλλο λόγο παρά μόνο για να προκαλέσουν ευχαρίστηση, ενώ παράλληλα έχουν και κάποιο περιεχόμενο (συμβολικό, μιμητικό), τότε γεννιέται η όρχηση - η τέχνη των εύρυθμων σωματικών κινήσεων.
Πιστεύεται ότι αρχικά οι άνθρωποι εκτελούσαν ρυθμικές κινήσεις εκφέροντας κάποιο μέλος από άναρθρους, χωρίς νόημα, ήχους, όπως γίνεται και σήμερα από τους κωπηλάτες ή άλλους χειρώνακτες.
Αργότερα, μελοποιούσαν και ολόκληρες λέξεις που η εκφορά τους συνόδευε τις κινήσεις τους.
Έτσι θεωρείται ότι προέκυψε η ποίηση - κατά τον ίδιο τρόπο που ένοπλοι πολεμιστές εκτελούσαν ρυθμικές κινήσεις για να επιδείξουν τη μαχητική ικανότητά τους.
Στο μέλος, που αρχικά το αποτελούσαν άναρθροι ήχοι, προστέθηκαν αργότερα επικλήσεις και εγκώμια σε θεούς και ήρωες: έχουμε τότε τη δημιουργία των θρησκευτικών και ηρωικών ποιημάτων, που κατόπιν, όταν τα εκτελούσαν σε άλλες περιστάσεις, τα μετέτρεπαν ανάλογα με τις υποθέσεις.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότεροι παραδοσιακοί χοροί που συναντούμε σήμερα αποτελούν στοιχεία πολιτισμού που οι ρίζες του ανάγονται στο πολύ μακρινό παρελθόν.
Τα αρχέτυπα των γνωστών σε εμάς λαϊκών χορών πρέπει να αναζητηθούν στα βάθη των αιώνων.
Δυστυχώς, η επιστημονική έρευνα για τους χορούς, όπως και για τη μουσική, είναι εξαιρετικά δυσχερής, καθώς ελάχιστες είναι οι γραπτές μαρτυρίες που μπορούν να φωτίσουν συγκεκριμένα και κρίσιμα γύρω από αυτές τις τέχνες ζητήματα..
Τόσο η μουσική όσο και ο χορός ανήκουν στην κατηγορία εκείνων των τεχνών που οι Έλληνες ονόμαζαν μουσικές.
Ένα από τα κοινά χαρακτηριστικά τους είναι ότι πρέπει απαραιτήτως να εκτελούνται από τον δημιουργό ή τον ερμηνευτή προκειμένου τα έργα να γίνονται αντιληπτά..
Χωρίς την ενεργό παρουσία εκείνων, τα έργα δεν μπορεί να υπάρξουν, γιατί ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι θα ήταν εφικτό να καταγραφούν με όλες τις λεπτομέρειες, γεγονός είναι ότι καμία καταγραφή δεν θα μπορούσε να τα αποτυπώσει ακριβώς ούτε βέβαια και να τα υλοποιήσει.
Αυτό ισχύει για τη μουσική, αλλά πολύ περισσότερο για τον χορό.

Ο χορός είναι μια τέχνη που παραδίδεται προφορικά, ή με την άμεση αντίληψη, από γενιά σε γενιά, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να καταγράφονται οι διάφορες φάσεις των μεταβολών που υφίσταται.
Τον χορό τον συναντούμε ήδη στη μυθολογία και μάλιστα στη θεογονία.
Την προϊστορική εποχή τελούνταν χοροί (τελετουργικοί χοροί οργιαστικού χαρακτήρα) αλλά για τον τρόπο, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε.
Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την τέχνη της όρχησης θεϊκό δώρο και ήταν γι' αυτούς κύριο μέσο λατρείας.
Απεικονίσεις που απαντώνται, υποθετικές μόνο ερμηνείες μπορούν να μας δώσουν.
Ακόμη και το ρήμα «χορεύω» δεν έχει για μας σήμερα την ίδια σημασία που είχε για τους αρχαίους.
Επιγραφή του Επαμεινώνδα που βρέθηκε στη Βοιωτία (10ς μ.Χ. αι) μπορούμε να την εκλάβουμε ως ενδεικτική για να συμπεράνουμε ότι η ονομασία «συρτός» για τον χορό είναι τόσο παλιά, δεν μας δίνεται όμως το δικαίωμα να εικάσουμε κάτι παρόμοιο και για τα οχήματα, τα βήματα ή τα μοτίβα των σημερινών συρτών χορών.
Από την άλλη, επιβιώνουν σημαντικές αντιλήψεις και βιώματα από την αρχαιότητα, όπως, για παράδειγμα, το γεγονός ότι χορός και μουσική (μαζί και το τραγούδι) αποτελούν ένα σύνολο, μια ενότητα.
Αυτά τα τρία συνιστούν διαφορετικές όψεις ενός και του αυτού καλλιτεχνικού γεγονότος.
Έτσι μόνο μπορεί να γίνει αντιληπτή η δυνατότητα τόσο των αρχαίων όσο και των νεότερων ορχηστών να «χορεύουν», λ.χ., το περιεχόμενο του ποιητικού λόγου.
Να εκφράζουν με το σώμα τους, δηλαδή, τα συναισθήματα που απηχεί ο λόγος.
Ακόμα, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι, όπως στα αρχαία χρόνια έτσι και στα νεότερα, ο χορός τιμάται και εξασκείται ιδιαιτέρως,
Και στο πιο μικρό χωριό βρίσκει κανείς το κεντρικό χοροστάσιο, το μέρος, δηλαδή, όπου στις γιορτές και τα πανηγύρια τελούνται οι χοροί.
Οι χοροί που συναντούμε και σήμερα στον ελληνικό χώρο είναι πάρα πολλοί και εντυπωσιακά ποικίλοι.
Όπως τα δημοτικά τραγούδια διαιρούνται στα αργά ή καθιστικά (καθιστά, επιτραπέζια ή της τάβλας) και στα χορευτικά., έτσι και οι χοροί μπορούν να χωριστούν γενικά σε δύο κατηγορίες: σε συρτούς και πηδηχτούς ή σε κυκλικούς και αντικριστούς.
Ονομασίες που δηλώνουν τον τρόπο που οι χοροί αυτοί χορεύονται.
Υπάρχουν όμως και άλλες κατηγοριοποιήσεις (όπως ανδρικοί, γυναικείοι) καθώς και πολλές άλλες ονομασίες, που μπορεί να δόθηκαν είτε από τον τόπο προέλευσής τους (καλαματιανός, καστρινός, πωγωνίσιος), είτε από τη γιορτή στην οποία συνήθως χορεύονται (λαμπράτικος, αγιοβασιλιάτικος), είτε από το επάγγελμα των χορευτών (χασάπικος), είτε από το τραγούδι που τους συνοδεύει (Καραγκούνα, Μενούσης) κ.ά..
Επίσης οι χοροί διακρίνονται και ανάλογα με τον χαρακτήρα τους ή το ήθος που εμπεριέχει η παράστασή τους (αυστηροί- δωρικοί ηπειρώτικοι, ελαφρότεροι και παιχνιδιάρικοι νησιώτικοι, πολεμικοί του Πόντου κτλ.).

Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ


Οι χοροί που συναντώνται στην Ήπειρο είναι ως επί το πλείστον, κυκλικοί.
Στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι χοροί στα τρία, συρτοί στα δύο και τσάμικοι (με 8,10,12 κινήσεις).
Χαρακτηριστικοί είναι επίσης και οι συγκαθιστοί χοροί (π.χ. Συρράκου, Μετσόβου, Βοβούσας κα), που είναι χοροί ερωτικοί και χορεύονται από ζευγάρια σκόρπια στο χώρο.
Κατά περιοχές όμως συναντούμε και ιδιαίτερους χορούς (Κύκλες, χοροί κοριτσιών κ.α.).
¶λλωστε η Ήπειρος είναι ένα μεγάλο μωσαϊκό, όσον αφορά στην χορευτική ιδιαιτερότητα του κάθε κομματιού της.
Το ύφος τους, σε γενικές γραμμές είναι βαρύ, επιβλητικό, δώριο.
Υπάρχουν όμως και πιο γρήγοροι, ή διαφορετικού ύφους χοροί (πχ. «Σίρμπα», «Τούρκα» κ.α.), αποτέλεσμα των επιρροών από γειτονικές περιοχές (π.χ. Θεσσαλία, Δυτική Μακεδονία κα), των ταξιδιών των Ηπειρωτών λόγω των εμπορικών δραστηριοτήτων τους (πχ χοροί σε ρυθμό χασαποσέρβικου), καθώς και λόγω της επίσκεψης ή εγκατάστασης μουσικών και ομάδων πληθυσμών από άλλες περιοχές (καρσιλαμάδες από πρόσφυγες της Μ. Ασίας – «Μπαζαρκάνα», σαρακατσάνικοι, ποντιακοί, καππαδόκικοι χοροί κ.α).
Ως γενική διαπίστωση θα αναφέραμε, ότι αν και οι χοροί στις κινήσεις τους είναι απλοί, το Ηπειρώτικο ύφος είναι δύσκολο να αποδοθεί, ιδιαίτερα από μη Ηπειρώτες.
Είναι κάτι που έχουμε διαπιστώσει κατά κόρον σε περιοχές εκτός Ηπείρου, που έχουμε διδάξει τους χορούς αυτούς.
Ακόμα και οι απλοί χοροί στα τρία ή στα δύο χορεύονται με διαφορετικό ύφος από περιοχή σε περιοχή.
Η χορευτική διάταξη είναι αυτή με τους άντρες στον πίσω κύκλο και τις γυναίκες μπροστά τους στον εσωτερικό κύκλο.
Επίσης αυτή σε μια γραμμή, με τους άντρες μπροστά και τις γυναίκες να ακολουθούν και αυτή σε διπλό κύκλο, με τις γυναίκες στην εξωτερική μεριά και τους άντρες στην εσωτερική.
Η μικτή διάταξη δηλ. οι γυναίκες ανάμεσα από τους άντρες είναι μεταγενέστερη, των τελευταίων δεκαετιών.
Συνηθισμένη λαβή των χεριών είναι από τις παλάμες, με λυγισμένους τους αγκώνες ή τεντωμένα κάτω.
Επίσης η θηλυκωτή (παλάμη του πίσω με τον αγκώνα του μπροστά).
Ο πρωτοχορευτής έχει το δεξί χέρι τεντωμένο στα πλάγια και η γυναίκα συνήθως λυγισμένο στη μεσολαβή.
Στους κυκλικούς χορούς, σε πολλά μέρη της Ηπείρου, η ιεράρχηση των χορευτών μέσα στον κύκλο είναι να είναι μπροστά στον κύκλο οι γεροντότεροι, μετά ακολουθούσαν οι παντρεμένοι, οι νεότεροι και τέλος τα παιδιά. Σε πολλά χωρία το χορό ανοίγουν οι ιερείς και οι προύχοντες. Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις όπου οι ιερείς δεν χόρευαν (π.χ. Συρράκο).
Αν θέλαμε να αναφέρουμε μερικές από τις χαρακτηριστικές περιοχές, με κάποια ιδιαιτερότητα στους χορούς αλλά και στο ύφος, θα μπορούσαμε να παραθέσουμε τα παρακάτω.
(Οι χοροί στα τρία, οι συρτοί στα δύο και οι τσάμικοι δεν θα αναφερθούν αφού απαντώνται κατά κόρον σε όλες σχεδόν τις περιοχές, με διαφορά όμως στο ύφος).

* Ζαγόρι: Πάπιγκο, Μπολονάσαινα, Ζαγορίσιο, Φεζοδερβέναγας, Ταταλέξης, Κλέφτες κ.α.
* Πωγώνι: Αρβανίτικο, Μπεράτι κ.α.
* Βωβούσα: Συγκαθιστός με γυρίσματα, τσάμικο γυναικείο «Γυναίκες που χορεύετε», Σίρμπα, Βωβουσιώτικος, Κάτω στην άσπρη πέτρα, Λεωνίδας και Νταβέλης κ.α.
* Συρράκο - Καλαρρύτες: τσάμικα με 8 και 10 κινήσεις, Συγκαθιστός, Γιανν΄Κώστας, Λεβεντιά, Περατιανός κ.α.
* Γιάννινα: Παλαμάκια, Κοφτός, Μπαζαρκάνα κ.α.
* Μέτσοβο: Κυκλικός, Χορός των γυναικών, Συγκαθιστός με γυρίσματα, Τούρκα, Βασίλω Αρχόντισσα, Μετσοβίτικος, Κώστα Τάση, Ντόου λαι φιάτε, Τσάμικος Μετσόβου κ.α.
* Ξηροβούνι: Κύκλες*, Κλέφτες, Κατσαντώνης κ.α.
* Σούλι και Παραμυθιά: Μαλίκμπασης, Τσιτομήτρος, Μαρίκα, Μαύρο Πουλάκι, Παραμυθιά, Καραμαντάτικο, Μπεράτι, Οσμαν Τάκας, Πέρδικα κ.α.
* Κόνιτσα: Ξενιτιά, Κλέφτες, Πέρδικα, Ανασιλίτσα, Τερματικό, Πέντε μήνες, Καραμαντάτικο, Πουλάκι, Ζαγορίσιο, Κωσταντάκης, Ζαχαρούλα, Είναι μικρό το μαύρο (Καστάνιανης) κ.α.
* Ζίτσα: Καπετάν Κρομμύδας, Κλέφτες βελτσιστινοί .
* Σαρακατσάνοι Ηπείρου: Τσάμικος αργός και σταυρωτός, Τα παλικάρια τα καλά, Τριανταφυλλιά, Σαν τι κακό κ.α.
* Ποντιακοί και Καππαδόκικοι: Ίδιοι με αυτούς της πατρογονικής γης, ανάλογα του χωριού που κατάγονταν πριν τον ξεριζωμό.
* *Οι Κύκλες απαντώνται και σε άλλα χωριά όπως στους Χουλιαράδες, στον Βαπτιστή τη, στους Παπαδάτες με το καγκελάρι και αλλού.


Ο ΠΡΩΤΟΧΟΡΕΥΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΧΟΡΕΥΤΗΣ

Στο χορευτικό σχήμα του ανοικτού κύκλου, που απαντάται κατά κόρον στην Ήπειρο, διακρίνουμε στην κορυφή, στην αρχή του κύκλου, τον πρωτοχορευτή ή μπροστάρη.
Ο πρωτοχορευτής είναι αυτός που ελέγχει την κίνηση του κύκλου και είναι ο μόνος που έχει το ελεύθερο να κάνει τις φιγούρες που θέλει.
Έτσι, μπορεί να κάνει παραλλαγές του βασικού βήματος, να χτυπήσει τα πόδια του ή να πηδήξει, να κάνει μια στροφή επιτόπου ή να λυγίσει τα γόνατα του, να κάνει ψαλιδάκια, τούμπες κ.ά.
Η πρωτοχορεύτρια συνήθως ποικίλει την κίνησή της με στροφές.
Οι υπόλοιποι χορευτές που ακολουθούν κάνουν τα βασικά βήματα του χορού.
Τα βήματα όλων είναι απλά και ζυγισμένα, έτσι ώστε τα σώματα των χορευτών να χορεύουν εναρμονισμένα, αλλά όχι ομοιόμορφα.
Με λίγα λόγια λοιπόν, ο πρωτοχορευτής εκφράζει μέσα στο χορό την ατομικότητα του, ενώ οι υπόλοιποι το συλλογικό πνεύμα.
Στην παραδοσιακή κοινωνία έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από το κοινωνικό σύμβολο, κάτι που αντανακλούσε όχι μόνο στο πρόσωπο του αλλά και στων συγγενών του.
Ήταν αυτό που λέμε «ο λεβέντης». Μια εκπληκτική λέξη του ελληνικού λεξιλογίου που δύσκολα μπορεί να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα.
Η ικανότητά του ήταν το να μπορεί με το σώμα του «να συνομιλεί με τα όργανα».
Να μπορεί με το σώμα του να εξιστορεί, να διηγείται.
Να δείχνει χορεύοντας ότι είναι ερωτευμένος, ότι νοσταλγεί, ότι επιθυμεί, ότι πολεμάει. Αλλά και τη μεγάλη λύπη, ο καλός χορευτής, μπορεί να τη χορέψει και να ηρεμήσει, να λυτρωθεί, έστω για λίγο.
Το ότι μπορούσε να χορέψει και μάλιστα καλά, ήταν και ένα σημαντικό κριτήριο για το ότι ο νέος ή η νέα που ήταν σε ηλικία γάμου, ήταν γερός.
Ένα από τα σημαντικά κριτήρια επιλογής συζύγου, στην παραδοσιακή κοινωνία.

Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

Ως προσωπική διαπίστωση θα ανέφερα ότι, ίσως, σε καμιά χώρα της Ευρώπης ο τοπικός χορός δεν είναι τόσο δεμένος και ζωντανός με την καθημερινή ζωή. Σπάνια θα συναντήσεις αλλού τους κατοίκους να χορεύουν τους δικούς τους χορούς στα πανηγύρια, στους γάμους και στις ταβέρνες όπως οι Έλληνες. Κι' αυτό γιατί ίσως, για κανέναν άλλον λαό ο χορός δεν παίζει τόσο σημαντικό ρόλο σαν μέσο διατήρησης της εθνικής ταυτότητας. Μαζί με το τραγούδι ήταν το μέσο να μεταβιβάσουν στις νεότερες γενιές ήθη, έθιμα, θρύλους, διηγήσεις, θριάμβους, αναμνήσεις, γνώσεις και ιστορία αιώνων. Όσα θεωρητικά λόγια και αν γραφούν, ο χορός και το τραγούδι ήταν ο τρόπος που οι πρόγονοί μας εκφράστηκαν κάθε στιγμή του κύκλου της ζωής τους.
Το νανούρισμα :Οι μανάδες κρατώντας στην αγκαλιά το νεογέννητο παιδί, το χόρευαν και το νανούριζαν, δείχνοντας μέσα από αυτό, την υπέρτατη αγάπη τους και την προσμονή να γίνει γερό και να γίνει σημαντικό για τον κόσμο: «Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο. Μικρό μικρό σου το ΅δωσα μεγάλο φέρε μου το. Έλα ύπνε αγάλι αγάλι απ την πόρτα τη μεγάλη. Έλα ύπνε ύπνωσέ το και γλυκά αποκοίμισέ το. Κοιμήσου και παρήγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου. Στη Βενετιά του ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου…»
Η αγάπη : Αργότερα θα νοιώσει το σκίρτημα της αγάπης και θα χορέψει γιΆ αυτό:
«Σήμερα μπήκα στο χορό, λίγη χαρά κι εγώ να βρω. Αχ δυο μάτια να πλανέψω…» και «Μαχαιρωμένο μΆ έχεις, πληγή δεν φαίνεται. Κι άλλος από τα σένα, γιατρός δεν γένεται…».
Ο γάμος : Και θα έρθει η μεγάλη ώρα του γάμου, όπου το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας περνά μέσα από το χορό, το τραγούδι, το γλέντι.
Με πατινάδα θα πάρουν τη νύφη για την εκκλησία: «Ξύπνα περδικομάτα μου κι ήρθα στο μαχαλά σου, χρυσά πλεξούδια σου ΅φερα να πλέξεις στα μαλλιά σου…».
Μετά τη στέψη θα χορέψουν τα νιόγαμπρα: «ΣΆ όσους γάμους κι αν επήγα τέτοια νιόγαμπρα δεν είδα. Να ΅ναι η νύφη ντουλμεράκι κι ο γαμπρός περιστεράκι…».
Και ύστερα, όλοι μέσα από το χορό, θα τιμήσουν το καινούριο ζευγάρι στο νέο του ξεκίνημα: «Νουνέ μου που στεφάνωσες τα δυο τα κυπαρίσσια, να σΆ αξιώσει ο Θεός να ΅ρθεις και στα βαφτίσια.. – Ποιος τον κάνει αυτό τον γάμο τον τρανό και τον μεγάλο. Ο πατέρας μου (η μανούλα μου, τΆ αδερφάκια μου, οι φίλοι) τον κάνει με το μέλι με το ρόιδο και μΆ αυτόν τον κόσμο όλο…»
Στιγμές της ζωής :
Η ξενιτιά. Κάποια στιγμή της ζωής τους θα τραγουδήσουν και θα χορέψουν για τη ξενιτιά, που ο Ηπειρώτης τη βίωσε και την πλήρωσε: «Ξενιτεμένο μου πουλί, μικρό μου χελιδόνι. Η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ ΅χω τον καημό σου… Σου στέλνω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει.. Σου στέλνω και το δάκρυ μου σΆ ένα χρυσό μαντήλι. Το δάκρυ μου είναι καυτερό και καίει το μαντήλι» και «Γιάννη μου το μαντήλι σου τι το ΅χεις λερωμένο; Το λέρωσε η ξενιτιά, τα έρημα τα ξένα..»
Και ο τόπος του στη δύσκολη ώρα θα έρθει στο μυαλό του «Στο Κάιρο αρρώστησα, στα Γιάννενα θα γιάννω, στην άκρη στο Καπέσοβο θα πέσω να πεθάνω..»
Ο πόλεμος. Χορεύοντας και τραγουδώντας θα τιμήσει και τον πρόγονό του, που πολέμησε για να μπορεί αυτός να γλεντάει τώρα λεύτερος:
«Στα μέσα στα Τσερίτσανα, στην ακρ' από το Σούλι. Μπουλουκμπασάδες κάθονταν ψηλά στο Παλιοκλήσι. Κι εκοίταζαν τον πόλεμον που κάμναν οι Σουλιώτες. Πώς πολεμούν μικρά παιδιά, γυναίκες σαν τους άνδρες….».
Αλλά και αυτοί οι πρόγονοι πολεμιστές, μήπως χορεύοντας δεν ετοιμάζονταν για τη μάχη;
« Οι Κλέφτες εξουρίζονταν και στα γυαλιά στολίζονταν…»
Ο Θάνατος. Μα και σε κείνη τη δύσκολη τη στιγμή του Θανάτου, ο Ηπειρώτης ,ο Έλληνας, πάλι θα τραγουδήσει, θα μοιρολογήσει:
«Όσες μανάδες κι αδερφές κι όσες χαροκαμένες. Ελάτε για να κλάψουμε, όλες απΆ ένα δάκρυ. Και από τα δάκρυα τα πολλά και από τα μοιρολόγια, να στήσουμε ένα ποταμό και ένα συρτό ποτάμι. Κι ο ποταμός να ΅ναι γυρτός να πάει κάτω στον ¶δη. Για να νιφτούν οι άνιφτοι να πιουν κι οι διψασμένοι…».
Αλλά και αν δεν πρόκειται για δικό τους άνθρωπο που σήμερα έφυγε από αυτόν τον κόσμο, κάποια στιγμή θα θυμηθούν τον ¶λλο, τον φίλο ή τον συγγενή που έφυγε από καιρό, θα σκεφτούν το ριζικό του καθενός και θα σηκωθούν να το χορέψουν: «Ένα βράδυ βγήκε ο Χάρος πάει να βρει βιολιά… Φάτε πιέτε και γλεντάτε όλοι βρε παιδιά, όποιος πάει στον κάτω κόσμο δεν ξαναγυρνά. Ψεύτικη είναι η ζωή σας, πώς να σας το πω. Ένα πρωί, ένα μεσημέρι κι ένα δειλινό..».
Και χωρίς ιδιαίτερο λόγο όμως, θα παραγγείλει στον οργανοπαίχτη ένα μοιρολόι.
Γιατί το μοιρολόι για τον Ηπειρώτη είναι εκείνο το γλυκοστάλισμα του κλαρίνου και του βιολιού, που ο άντρας στο αποκορύφωμα της χαράς, του χορού και του γλεντιού, το αποζητάει και χάνεται και διαλύεται μέσα σ΄ αυτό.
Ένα μοιρολόι, στον ήχο του κλαρίνου το βαρύ, και στου δοξαριού το θρήνο το συρτό.

ΣΗΜΕΡΑ (πανηγύρια –τμήματα παραδοσιακών χορών)

Στα παλιότερα χρόνια, ο τρόπος με τον χορεύονταν ένας χορός είναι σε αρκετά σημεία διαφορετικός, από τον τρόπο που χορεύουν σήμερα τα φολκλορικά συγκροτήματα τον ίδιο.
Τότε, ο χορός σε ανοικτό κύκλο, μπορεί να έμοιαζε ομαδικός με την πρώτη ματιά, αλλά κατά βάθος, δεν ήταν τίποτα άλλο από τον μοναχικό χορό του μπροστάρη, αλλά και την ιδιαίτερη υπόσταση του καθενός στον κύκλο, σε όποια θέση κι αν χόρευε.
Σήμερα όμως ο χορός έχει τυποποιηθεί σε αρκετά σημεία.
Οι φιγούρες που πραγματοποιούνται εκτελούνται πολλές φορές από όλους τους χορευτές ταυτόχρονα, η μία πίσω από την άλλη.
Ακόμα και οι γυναίκες κάνουν και «αντρικές» φιγούρες (χέρι πρωτοχορεύτριας πάνω, καθίσματα κ.α.)
Με τον τρόπο αυτό οι δάσκαλοι παραδοσιακών χορών κατάφεραν να «ωραιοποιήσουν» το θέαμα που προσφέρουν, έτσι ώστε να μην είναι κατά τη γνώμη τους, μονότονο και κουραστικό.
Για μια μερίδα ανθρώπων, ίσως να είναι μια μορφή αναγκαστικής εξέλιξης.
Κατ΄ άλλους, ίσως αντίθετα, να παραμορφώνουν και να αλλάζουν τον γνήσιο παραδοσιακό χορό.
Πρέπει να παραδεχτούμε, ότι εκλείπουν πια εκείνες οι συνθήκες που ευνοούσαν την ανάγκη να είναι κάποιος καλός χορευτής (ίσως να μην χρειάζεται πια να είναι χορευτής).
Επίσης το ότι οι χορευτές της νέας γενιάς δεν έζησαν σχεδόν καθόλου τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, ώστε να μπορέσουν να εκφραστούν μέσω του χορού.
Έτσι ζουν σε ένα «εικονικό περιβάλλον» που προσπαθεί ο δάσκαλος να τους εντάξει.
Κάτι που κάνει την αποστολή του εξαιρετικά δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη να πετύχει.
Απαιτεί όμως σίγουρα πολύ κόπο, γιατί πρέπει να αγωνιστεί κόντρα στο χρόνο, αφού η γενιά των ηλικιωμένων που έζησαν στην κοινωνία, της οποίας απαραίτητο στοιχείο της ήταν ο χορός και μπορεί να βοηθήσει, σιγά σιγά εκλείπει.
Θα προσθέταμε όμως, ότι όποιος αναζήτησε την γνωριμία με αυτό τον κόσμο (έστω και μέσω δασκάλου σήμερα), βρήκε μέσα εκεί στοιχεία του εαυτού του πρωτόγνωρα και χρήσιμα, μιας και στο κύτταρο του Ηπειρώτη, του Έλληνα, υπάρχει ακόμα και σήμερα η μαγεία του στοιχείου αυτού.
Τα συγκροτήματα πραγματοποιούν παραστάσεις με την σημασία της λέξης, προσθέτοντας όλο και περισσότερα στοιχεία θεατρικά σε αυτή τους την ενέργεια.
Ως διαπίστωση όμως, καταγράφεται ότι υπάρχει μια γενική κίνηση επιστροφής στο παλιό, το απλό, αφού παρήλθαν τα χρόνια που μέσω της εισροής φολκλορικών στοιχείων, τα συγκροτήματα θεωρούνταν ξεχωριστά, ανταγωνίσιμα και καλά.
Σε αυτό, σημαντικό μερίδιο κατέχει η γενικευμένη έρευνα και καταγραφή που γίνεται σε πάρα πολλές περιοχές και ο εμπλουτισμός των γνώσεων που υπάρχουν.
Ενέργεια που έχει ήδη αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα, προϋποθέτει όμως κούραση, επιμονή, συνεχή ενημέρωση των καινούριων στοιχείων που καταγράφονται και γνώση στοιχείων και άλλων επιστημών.
Επίσης πολλοί σύλλογοι που οργανώνουν πανηγύρια (τις κατ΄ εξοχήν εκδηλώσεις διαιώνισης της μουσικοχορευτικής παράδοσης), δίνουν περισσότερη σημασία στον εμπορικό και επικερδή χαρακτήρα τους, παραμερίζοντας το χρέος τους να διαφυλάξουν την Κληρονομιά.
Έτσι χρησιμοποιούν οργανοπαίχτες αμφίβολης ποιότητας (πολλές φορές μη γνωρίζοντες το τοπικό ρεπερτόριο, ή μη έχοντες παραδοσιακό ρεπερτόριο στις γνώσεις τους) και δεν συμβουλεύουν τους πανηγυρίζοντες να διατηρήσουν, όσο μπορούν, τον Τρόπο των προγόνων.
Πρέπει όμως να σημειωθεί και η αντίθετη προσπάθεια, η σωστή.
Δύσκολη μεν, αλλά διπλά επικερδής, αφού και πολύς είναι ο κόσμος που συμμετέχει, γνωρίζοντας ότι θα ζήσουν κάτι το ποιοτικό και ιδιαίτερο, αλλά και το Χρέος γίνεται.
Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα παραδείγματα του Καπέσοβου, του Συρράκου, του Μετσόβου, της Βοβούσας αλλά και αρκετών ακόμα, ευτυχώς, χωριών της Ηπείρου, ιδίως ορεινών περιοχών.
Πιστεύουμε ότι τα τμήματα παραδοσιακών χορών και οι υπεύθυνοι των συλλόγων πρέπει να έχουν ως χρέος να φροντίσουν ώστε η αναγκαστική εξέλιξη των πραγμάτων , να είναι ομαλή.
Τελειώνοντας θα σημειώναμε, ότι μπορεί όντως προβλήματα να υπάρχουν.
Ποιος όμως θα μπορούσε να εξηγήσει αυτό το ωραίο φαινόμενο που συμβαίνει στην αυγή του 21ου αιώνα στην Ήπειρο και τη χώρα;
Δηλαδή, οι πλατείες των χωριών να γεμίζουν με κόσμο που θέλει να γλεντήσει χορεύοντας και τραγουδώντας, έστω και τις λίγες μέρες των πανηγυριών;
Ή τα τμήματα παραδοσιακών χορών να διατηρούνται και να αναπτύσσονται;
Και οι νέοι που συμμετέχουν, να φορούν τη φορεσιά του παππού και να τραγουδούν τα τραγούδια της γιαγιάς;
Ή ακόμα ακόμα, μόλις σε ένα σύγχρονο κέντρο διασκέδασης, αλλάξει η μουσική και ακουστεί ένα παραδοσιακό τραγούδι, δύσκολα να αφήνει ασυγκίνητο κάποιον;
Θα λέγαμε, ίσως, οτι αυτό συμβαίνει γιατί «αν μπορούσαμε να το πούμε με λόγια, δεν θα υπήρχε η ανάγκη να το χορέψουμε».

Βιβλιογραφία:

Ψηφιακός δίσκος και ένθετο «Παραδοσιακοί Χοροί» - παραγωγή ΕΡΤ Α.Ε. - ΕΡΑ - κείμενο Γ. Παπαδάκη,
Πρακτικά 3ου και 4ου σεμιναρίου παραδοσιακών χορών - οργάνωση τμήμα παραδοσιακών χορών Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ιωαννιτών, περιοδικό συνάντηση - καλοκαίρι 1990.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ


Ο Ηλίας Χρ. Γκαρτζονίκας είναι καθηγητής Φυσικής Αγωγής. Φοίτησε στο Γυμνάσιο της Ζωσιμαίας Σχολής και σήμερα είναι διευθυντής του τμήματος παραδοσιακών χορών του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ιωαννιτών. Επιμελείται και παρουσιάζει για τέσσερα χρόνια, την τηλεοπτική εκπομπή «Εν χορώ», προϊόν έρευνας και καταγραφής στοιχείων του Λαϊκού μας Πολιτισμού. Έχει πραγματοποιήσει ανακοινώσεις και παρουσιάσεις σε συνέδρια και σεμινάρια τοπικού, πανελληνίου και διεθνούς χαρακτήρα. Συνέγραψε βιβλία και είχε την επιμέλεια έκδοσης ψηφιακών δίσκων. Διοργάνωσε πλήθος χορευτικών εκδηλώσεων, συναυλιών παραδοσιακής μουσικής και σεμιναρίων παραδοσιακών χορών, με ειδική θεματολογία. Ως χοροδιδάσκαλος και χορευτής έχει συμμετάσχει σε πάνω από 400 παραστάσεις σε Ευρώπη, Αμερική, Αφρικής και Ασία.
Συνεργάστηκε με πλήθος φορέων και προσώπων του χώρου, καθώς και με την κρατική τηλεόραση σε δορυφορικές εκπομπές.
Τέλος έχουν δημοσιευθεί και δημοσιοποιηθεί απόψεις του σε διάφορα Μ.Μ.Ε της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Φωτογραφίες:


01. Από τον μουσικό δίσκο και ένθετο «Πολυφωνικά τραγούδια Βορείου Ηπείρου»
02. Ηλίας Γκαρτζονίκας
03. Τμήμα Παραδοσιακών Χορών Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ιωαννιτών (φωτ Κ. Λιούγκος)