Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1913 Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
 

του Σταύρου Δερματά, Αντιστρατήγου ε.α., Αποφοίτου της Ζωσιμαίας Σχολής

Οι καρτποστάλ είναι από το αρχείο του Θανάση Ζυγούρη, Προέδρου του Τμήματος Ιωαννίνων του Συλλόγου Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων.



ΓΕΝΙΚΑ

Γιορτάζουμε φέτος την 96η επέτειο της απελευθερώσεως των Ιωαννίνων. Η επέτειος αυτή δεν είναι απλά μια τυπική εκδήλωση, μια παρέλαση και ένας πανηγυρικός. Είναι μια υποχρέωση συνειδητή απότισης του πρέποντος φόρου τιμής στους συντελεστές της ανεξαρτησίας του έθνους, είναι υποχρέωση που αποδεικνύει το ανεπτυγμένο ηθικό του λαού και την ύπαρξη αισθήματος ευγνωμοσύνης διαπαιδαγωγώντας ταυτόχρονα τους νέους στη διατήρηση της φλόγας της φυλής μας άσβεστης Δυστυχώς, πολλοί απόγονοι αυτών των ηρώων, μέσα στο γενικό και νοσηρό πλαίσιο της επιχειρούμενης παγκοσμιοποίησης και διαγραφής της ιστορικής και εθνικής μνήμης δεν τους τιμούν. Τολμούν δε μερικοί αδαείς και ανιστόρητοι, αυτοονομαζόμενοι προοδευτικοί, να χαρακτηρίζουν τέτοια εθνικά κατορθώματα σαν γεγονότα άνευ σημασίας. Αναρωτιούνται δε, μήπως μας διακατέχει κάποιος εθνικός ναρκισσισμός ή κάποια επαρχιώτικη αμβλυωπία όταν κάνουμε αποτίμηση ενός ιστορικού γεγονότος. Ασφαλέστερη απάντηση σε όλους αυτούς είναι τα στοιχεία της Ελληνικής και διεθνούς ιστορίας και ιστοριογραφίας. Η επέτειος της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, έστω και με την όποια τυποποίηση που δημιουργεί, επιβάλλει να θυμηθούμε και κυρίως να σκεφτούμε. Να σκεφτούμε τι έκαναν αυτοί πριν από μας και τι οφείλουμε να κάνουμε εμείς. Να σκεφτούμε την ιστορία μας γιατί λαοί που δεν την θυμούνται αυτοκαταδικάζονται και αυτό ισχύει ιδιαίτερα σήμερα όταν διαπιστώνουμε ότι πολλοί "φίλοι" μας, από το εξωτερικό αλλά και από το εσωτερικό, προσπαθούν να διαγράψουν τη μνήμη μας και να κόψουν τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει με αυτό το ένδοξο παρελθόν. Με την ιστορία μας. Και η περίοδος των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, αποτελεί αναμφίβολα μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και της εθνικής μας πορείας. Το Έθνος σύσσωμο, με ενωμένη την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και με εμπιστοσύνη στις ένοπλες δυνάμεις του, μετά την Επανάσταση του 1909, εξορμά για την υλοποίηση του ονείρου τόσων ελληνικών γενεών, αυτό της Μεγάλης Ιδέας.
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΔΟΥΛΗ ΗΠΕΙΡΟ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Μετά το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, όπου τα σύνορα της Ελλάδος καθορίσθηκαν στον Άραχθο, η Τουρκική Κυβέρνηση και ο τουρκικός πληθυσμός της Ηπείρου αντιλαμβανόμενοι αυξημένο τον κίνδυνο της απώλειας της Ηπείρου έλαβαν πιεστικά μέτρα κατά των Ηπειρωτών. Ίσχυσε ο Στρατιωτικός νόμος και τα στρατοδικεία, αυξήθηκε ο στρατός, η Χωροφυλακή και οι έλεγχοι, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία Ελληνικών εντύπων καθώς και η κατοχή βιβλίων που είχαν σχέση με την ιστορία και το Έθνος. Επιδιώχθηκε δηλαδή να σβηστεί κάθε εθνικός παλμός από την ψυχή των Ηπειρωτών. Δυστυχώς το ελεύθερο τότε Ελληνικό κράτος λόγω των εσωτερικών προβλημάτων και της παντελούς έλλειψης πολεμικής προπαρασκευής συντελούσε στην απογοήτευση των υποδούλων.

Παράλληλα στην Ήπειρο είχε εισβάλει η Ρουμανική, Αλβανική και Ιταλική προπαγάνδα που ήταν σε πλήρη συνεργασία με τους Τούρκους. Όμως οι Ηπειρώτες δεν έμειναν αδρανείς. Τήρησαν στάση εθνικότατη χωρίς βέβαια να λείψουν και ορισμένα άτομα που έγιναν καταδότες και πράκτορες των Τούρκων. Και ενώ τα μελανά σύννεφα συνεχώς πύκνωναν στην Ήπειρο, επίλεκτοι Ηπειρώτες που ζούσαν στην Ελεύθερη Ελλάδα ανέλαβαν δράση.
Στις 25 Μαρτίου 1906 ιδρύεται από τον Υπομοίραρχο Σπυρομήλιο και με τη συνεργασία εξεχόντων Ηπειρωτών, οι περισσότεροι των οποίων ήταν Αξιωματικοί, η Ηπειρωτική Εταιρία που είναι γνωστή σαν Ηπειρωτικό Κομιτάτο και η οποία συγκροτεί τις Διευθύνσεις Αργυροκάστρου, Πρεβέζης και Ιωαννίνων. Σημαντικότερη δράση παρουσίασε η Α΄ Διεύθυνση Ιωαννίνων. Η Εταιρία εκτός των πληροφοριών με τις οποίες ενημέρωνε το ελεύθερο κράτος μέσω του Ελληνικού Προξενείου των Ιωαννίνων, άρχισε να μυεί και να οργανώνει ομάδες σε όλη την Ήπειρο τις οποίες εξόπλιζε μυστικά κυρίως μέσω της λίμνης Παμβώτιδος.
Ο οπλισμός που διακινήθηκε προς τις ομάδες αυτές ανήλθε σε περίπου 2.500 όπλα. Το 1906 τοποθετείται ως γραμματέας στο Ελληνικό Προξενείο Ιωαννίνων ο Υπολοχαγός Κωνσταντίνος Τσιριγώτης με αποστολή τη συλλογή πληροφοριών. Ο Τσιριγώτης, με κωδικό όνομα Άραχθος, ανέλαβε τη Διεύθυνση της Ηπειρωτικής Εταιρίας των Ιωαννίνων και μέχρι το 1908 που αποχώρησε, ανέπτυξε μεγάλη δράση και προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες οργανώσας ένοπλες ομάδες συνολικού αριθμού 500 ατόμων. Δυστυχώς ο ήρωας έπεσε, όπως και ο Βελισάριος, στα στενά της Κρέσνας στην Ανατολική Ρωμυλία αγωνιζόμενος εναντίον των Βουλγάρων το 1913. Σημαντικό έργο προσέφερε ο Πρόξενος Ιωαννίνων Άγγελος Φορέστης ο οποίος ανέλαβε τη Διεύθυνση το τέλος του 1909. Η μετάδοση των πληροφοριών γινόταν με μυστικό κρυπτογραφικό κώδικα η δε μεταφορά της αλληλογραφίας γινόταν με ειδικούς ταχυδρόμους, με χωρικούς βοσκούς και αγωγιάτες ή με τους αμαξάδες που μετέφεραν την αλληλογραφία σε ειδικές κρύπτες. Η συμβολή της Ηπειρωτικής Εταιρίας από το 1906 μέχρι την κήρυξη του πολέμου τον Οκτώβριο 1912 μπορεί να συνοψιστεί σε δυο βασικές ενέργειες: Στη στρατολόγηση πλέον των 3.200 ενόπλων μελών εντεταγμένων σε 60 εθελοντικές ομάδες και ανταρτικά σώματα σε όλη την κατεχόμενη Ήπειρο οι οποίες ενήργησαν επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων Αλβανών και Τσάμηδων στη Πρέβεζα, Καναλάκι, Γλυκύ, Γαρδίκι, Παραμυθιά, Μανωλιάσα, Χειμάρα και Πρεμετή και στην καθημερινή ενημέρωση του Γενικού Στρατηγείου με εκθέσεις και αναφορές για τη διάταξη και δύναμη του Τουρκικού στρατού στη Ήπειρο. Τις πληροφορίες για την τουρκική διάταξη έδιναν κυρίως Μικρασιάτες Έλληνες που υπηρετούσαν στα πυροβολεία Μπιζανίου και ιδιαίτερα ο Μικρασιάτης Νικολάκης εφέντης αξιωματικός του Βεχήπ μπέη ο οποίος σχεδίασε και παρέδωσε το χάρτη των οχυρών με τις ακριβείς θέσεις των πυροβολείων. Δυστυχώς, ύστερα από τη άλωση του Μπιζανίου, η δράση του έγινε γνωστή στους Τούρκους και μετά από φρικτά βασανιστήρια, εκτελέστηκε μαζί με την οικογένεια του από τους Τούρκους μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Σε όλες αυτές τις ενέργειες συμμετείχε ενεργά ο κλήρος. Μεγάλος αριθμός κληρικών ήταν μέλη της Ηπειρωτικής Εταιρίας. Οι ναοί και τα μοναστήρια, μετατράπηκαν σε αποθήκες οπλισμού και κρυψώνες για τους διωκομένους.
Το 1908 συγκροτήθηκε το ένοπλο Σώμα Πουτέτση το οποίο εκτός των άλλων ενεργειών εκτελούσε τα άτομα που είχαν δείξει προδοτική διαγωγή. Εκτός του Σώματος Πουτέτση συγκροτήθηκαν και άλλες ομάδες όχι μόνο ανδρών αλλά και γυναικών όπως αυτό της Ναστούλη.

ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Το 1908, η Επανάσταση των Νεοτούρκων προκάλεσε την ανατροπή του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ και την πρόσκαιρη επιβολή φιλελευθέρου συντάγματος. Οι Χριστιανικοί λαοί της Βαλκανικής ενώ πίστεψαν ότι θα ζήσουν υπό πιο φιλελεύθερο καθεστώς διαψεύστηκαν γιατί αντ΄ αυτού αντιμετώπισαν πιο αυστηρό καθεστώς και συνεχείς διώξεις. Η Επανάσταση στο Γουδί το 1909, αν και αντισυνταγματική ενέργεια του στρατού στην πολιτική ζωή, είχε θετικά αποτελέσματα γιατί υπό την ηγεσία του Ελευθερίου. Βενιζέλου πραγματοποιήθηκε η αναδιοργάνωση του στρατού και ο εξοπλισμός του. Ο Ιταλοτουρκικός πόλεμος του 1911 που κατέληξε με ήττα της Τουρκίας, κατέδειξε την αδυναμία της Τουρκίας να υπερασπιστεί τα εδάφη της και ενεθάρρυνε την προσέγγιση των χωρών της Βαλκανικής για την αναμέτρησή τους με την Τουρκία. Τα υπόδουλα χριστιανικά Βαλκανικά κράτη, διαβλέποντας το θανάσιμο κίνδυνο των εθνικών τους βλέψεων, αποφάσισαν να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να συνενωθούν σε κοινό αγώνα.
Την 30η Σεπτεμβρίου 1912 επέδωσαν διακοίνωση προς την Τουρκία προκειμένου να εξασφαλιστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα των υποδούλων χριστιανών. Η Τουρκία, οποία είχε ήδη κηρύξει γενική επιστράτευση από την 16η Σεπτεμβρίου, την απέρριψε. Τα Βαλκανικά κράτη παρά την αρνητική θέση των λοιπών Ευρωπαϊκών δυνάμεων την 5η Οκτ. 1912 κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Οι βαλκανικές σύμμαχες χώρες δεν είχαν εκπονήσει κοινό σχέδιο επιχειρήσεων. Απλώς ενεργούσαν ταυτόχρονα και από διαφορετικές περιοχές εναντίον κοινού εχθρού. Έτσι, οι Βούλγαροι επιτέθηκαν προς Ανατ. Θράκη, οι Σέρβοι και Μαυροβούνιοι προς τα Σκόπια και το Μοναστήρι και οι Έλληνες προς τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Την ευκαιρία αυτή εκμεταλλεύτηκε ο ικανότερος από τα Αλβανικά ηγετικά στελέχη ο Ισμαήλ Κεμάλ Βλιώρα, άτομο με ευρεία μόρφωση ο οποίος μιλούσε και έγραφε την ελληνική γλώσσα σαν μητρική, γιατί είχε σπουδάσει στη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων, και ανακήρυξε στην Αυλώνα την Αλβανική Αυτονομία.

ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ

Με την έναρξη των επιχειρήσεων η Τουρκία διέθετε 48 μεραρχίες πεζικού και 2 μεραρχίες ιππικού, συνολικής δύναμης 340.000 πεζών, 6.000 ιππέων, 850 πυροβόλων μάχης και 750 τοπομαχικών. Στον τουρκικό στρατό ήταν ενταγμένος μεγάλος αριθμός Αλβανών-Τουρκαλβανών. Πρέπει να τονιστεί ότι οι Τούρκοι με τη βοήθεια Γερμανών ειδικών ιδίως του Φον ντε Γκόλτς είχαν κατασκευάσει εκτεταμένες και ισχυρότατες οχυρώσεις στις περιοχές Σαρανταπόρου, Μπιζανίου και αλλού.
Η Ελλάδα διέθετε στη ξηρά 8 μεραρχίες πεζικού και 1 ταξιαρχία ιππικού συνολικής δυνάμεως 130.000 περίπου ανδρών, 180 πυροβόλα και 72 τοπομαχικά. Στη θάλασσα ήταν ο Στόλος Αιγαίου με 22 πολεμικά πλοία , 1 υποβρύχιο και ο Στόλος του Ιονίου με 3 κανονιοφόρους, 2 ατμοβάρηδες και 4 ατμομυοδρόμωνες. Επίσης η Ελληνική Αεροπορία διέθετε επτά αεροπλάνα Farman. Ο Στόλος του Αιγαίου θα απαγόρευε στον τουρκικό στόλο να χρησιμοποιήσει το Αιγαίο και με αποσπάσματα στρατού θα απελευθέρωνε τα νησιά.
Οι Ελληνικές δυνάμεις είχαν προσανατολιστεί προς Θεσσαλία και Ήπειρο και είχε οργανωθεί αντίστοιχα η Στρατιά Θεσσαλίας η οποία περιλάμβανε 7 μεραρχίες, με ανάλογο πυροβολικό, ιππικό, μηχανικό. και άλλες υπηρεσίες με Αρχιστράτηγο τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο με αποστολή προελάσεως και επιθέσεως προς Μακεδονία και ο Στρατός Ηπείρου με 10.500 άνδρες, δηλαδή, μια μεραρχία η οποία ονομάστηκε στις 12 Δεκ. 1912 σε VΙΙΙη, με Διοικητή τον Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη και αποστολή όχι τη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων αλλά την παρακώλυση παραβιάσεως της μεθορίου μεταξύ Μετσόβου, Άρτας και Αμβρακικού δηλαδή αμυντική.

ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ

Με την κήρυξη του πολέμου παρουσιάζεται ένα νέο ρεύμα εθελοντισμού, πολύ πιο έντονο αυτού του Μακεδονικού αγώνος, τόσο από το εσωτερικό της ελεύθερης και υπόδουλης Ελλάδος όσο και από το εξωτερικό. Αυτά τα εθελοντικά σώματα αναφέρονται σε πολλά ιστορικά κείμενα σαν πρόσκοποι αλλά ήταν στρατιωτικά τμήματα, άλλα εκπαιδευμένα και άλλα όχι, με αρχηγό και αξιωματικούς, οπλισμό, οργάνωση και αποστολή και σε πλήρη συνεργασία με το Στρατό. Δεν είναι βέβαια δυνατόν να ισχυριστεί κάποιος ότι τα εθελοντικά σώματα απελευθέρωσαν την Ελλάδα όμως βοήθησαν σημαντικά στο μεγάλο αυτό επίτευγμα.
Τα εθελοντικά σώματα που έδρασαν στην περιοχή της Ηπείρου ήταν το μικτό απόσπασμα Ηπείρου του υπολοχαγού Δημητρίου Μπότσαρη και δύναμη 500 Σουλιωτών και τα Σώματα Κρητών Οπλαρχηγών που έδρασαν στην περιοχή του Σουλίου για τον έλεγχο της μοναδικής ατραπού από Τσερίτσανα προς Δύο Βουνά Ολύτσικας και Δωδώνη, το απόσπασμα του Σπυρομίλιου στη Χειμάρα, τα σώματα του Συνταγματάρχη Κόρακα και η Φάλαγγα Μετσόβου στη πλευρά του Μετσόβου και Ζυγού, το σώμα των Ελλήνων Ερυθροχιτώνων γνωστών ως Γαριβαλδινών του γέροντα Ριτσιώτη Γαριβάλδη που ήλθε από την Ιταλία, σ΄ αυτό κατατάσσεται με 70 Κερκυραίους εθελοντές και ο ευγενής Κερκυραίος βουλευτής και ποιητής Λορέντζος Μαβίλης ο οποίος ξεψυχώντας μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του στο Δρίσκο στις 23 Νοεμβρίου 1912 είπε την αθάνατη φράση "Δεν ήλπιζα τέτοια τιμή, να δώσω τη ζωή μου για την Ελλάδα", οι Κρήτες εθελοντές. σε 77 σώματα δυνάμεως 3.500 ανδρών με αρχηγούς τους Γύπαρη, Ηππίτη, Κυριάκο Μητσοτάκη, Δεληγιαννάκη, Μακρή, Σκουλά, Μάνο και άλλους, έτεροι 3.500 Κρήτες συγκρότησαν το Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών υπό τον Αντισυνταγματάρχη Συνανιώτη, (σε κρήτες παραδόθηκε το Μπιζάνι και από Κρήτες του Συνανιώτη ακούστηκε πρώτη φορά η ιαχή ΑΕΡΑ), τον Οκτώβριο του 1912 έφθασε στην Πρέβεζα ο Ιερός Λόχος Κρητών Φοιτητών με 240 φοιτητές οι οποίοι εντάχθηκαν στο Στρατό Ηπείρου, (από αυτούς τους 240 αμούστακους ήρωες οι 160 έπεσαν νεκροί κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων) και Λόχος Κρητών δασκάλων εντάχθηκε στο Σύνταγμα του Ηπίτη. Στο άκουσμα του πολέμου, 225 παλικάρια που ήταν εγκατεστημένα στην Αμερική συγκρότησαν τον Ιερό Λόχο Φιλαδέλφειας, γνωστό σαν Λόχο των Αμερικάνων. Τα εγκατέλειψαν όλα προκειμένου να προσφέρουν στην Πατρίδα. Με την οικονομική συνδρομή των εκεί Ηπειρωτών μίσθωσαν επιβατικό πλοίο, αγόρασαν 4 πεδινά κανόνια και οπλισμό και το Νοέμβριο 1912 εντάχθηκαν στο Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών του Συνανιώτη. Οι μισοί σκοτώθηκαν στην Αετοράχη. Από το προσκλητήριο δεν απουσίασε η Κύπρος. Σχεδόν 2.000 Κύπριοι εθελοντές προσήλθαν και πολέμησαν στα διάφορα μέτωπα της Μακεδονίας και της Ηπείρου το 1912. Ανάμεσα στους Κύπριους αγωνιστές περιλαμβάνονται και πολλά σημαίνοντα πρόσωπα της κυπριακής κοινωνίας, όπως οι τότε αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο μητροπολίτης Μελέτιος και ο δήμαρχος Λεμεσού Χριστόδουλος Σώζος, ο οποίος σκοτώθηκε στον Προφήτη Ηλία Μανωλιάσας τον Δεκέμβριο 1912. Θα πρέπει να αναφερθεί και η συνδρομή των κατοίκων της Ηπείρου, ιδιαίτερα της Λάκκας Σουλίου, στα σώματα αυτά οι οποίοι ανέλαβαν το δύσκολο έργο της Διοικητικής μέριμνας ήτοι εξεύρεσης τροφίμων, παρασκευής φαγητού και περιποίησης των τραυματιών. Το έργο τους ήταν πολύ δύσκολο. Τα μέσα πρωτόγονα και τα αγαθά λιγοστά.

ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΕΧΡΙ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1913

Στρατιά Θεσσαλίας

Πρωινές ώρες της 5ης Οκτ. 1912 ο Στρατός Θεσσαλίας πέρασε την οροθετική γραμμή και, με μια θυελλώδη προέλαση, παρά την ισχυρή τουρκική αντίδραση, στις 7 και 8 Οκτωβρίου απελευθέρωσε την Ελασσόνα και τη Δεσκάτη. Την επομένη διέσπασε την οχυρωμένη περιοχή του Σαρανταπόρου. Στις 11 Οκτωβρίου απελευθέρωσε την Κοζάνη και στις 16 κατέλαβε τη Βέροια. Στις 19 και 20 έδωσε τη νικηφόρο Μάχη των Γιαννιτσών και τις 24 Οκτωβρίου διέβη τον Αξιό και αναπτύχθηκε για να επιτεθεί και να απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη. Η κύκλωση των τουρκικών δυνάμεων γινόταν όλο και πιο ασφυκτική και ο Στρατηγός Χασάν Ταχσίν Πασάς, αντιλαμβανόμενος το μάταιο του αγώνα, αποδέχθηκε τους ελληνικούς όρους και στις 26 Οκτωβρίου 1912 ώρα 19.00, υπέγραψε το Πρωτόκολλο της παράδοσης της Θεσσαλονίκης. στο χωριό Γέφυρα στη βίλα Τοψίν. Συνολικά παραδόθηκαν 1.000 αξιωματικοί και 25.000 οπλίτες, ενώ άφθονο πολεμικό υλικό περιήλθε στον Ελληνικό Στρατό. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης η Ελληνική Στρατιά στράφηκε προς τη Δυτική Μακεδονία και Βόρειο Ήπειρο. Στις 7 Νοεμβρίου απελευθέρωσε τη Φλώρινα, στις 7 Δεκεμβρίου την Κορυτσά.

Στρατός Ηπείρου

Ο Στρατός στην Ήπειρο, παρά τις περιορισμένες δυνάμεις και δυνατότητες αλλά και της αποστολής του που ήταν αμυντική, εξόρμησε. στις 5 Οκτωβρίου 1912 από την περιοχή της Άρτας και στις 12 Οκτωβρίου απελευθέρωσε την Πρέβεζα και τη Φιλιππιάδα. Στις 26 Οκτωβρίου κατέλαβε τα Πέντε Πηγάδια και τα Πεστά και ανάγκασε τους Τούρκους να συγκεντρωθούν στην ισχυρή οχυρωμένη τοποθεσία του Μπιζανίου. Στις 10 Νοεμβρίου μικτή φάλαγγα με τους Γαριβαλδινούς απελευθέρωσε το Μέτσοβο.
Περί το τέλος Νοεμβρίου ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τις δυνάμεις της 2ας Μεραρχίας από τη Μακεδονία. Διαδοχικές προσπάθειες στις αρχές Δεκεμβρίου 1912 για την κατάληψή του Μπιζανίου, δεν απέδωσαν. Τέλη Δεκεμβρίου άλλες δύο μεραρχίες αφικνούνται στην Ήπειρο. Νέες επιθέσεις κατά της τοποθεσίας Μπιζανίου 7 και 11 Ιανουαρίου 1913 απέτυχαν. Οι συνθήκες του αγώνος ήταν δυσχερέστατες λόγω της ελλιπέστατης διοικητικής μέριμνας, της έλλειψης συγκοινωνιών αλλά των δυσμενέστατων καιρικών συνθηκών (-15 υπό το μηδέν) οι οποίες δεν επέτρεπαν τη διεξαγωγή επιχειρήσεων. Το ηθικό των μαχητών λόγω των συνεχών αποτυχιών και των δυσχερειών μειωνόταν σε επικίνδυνο βαθμό.
Στις 15 Ιανουαρίου 1913 ανέλαβε τη διοίκηση του Στρατού ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος ο οποίος εγκαταστάθηκε με το Στρατηγείο του στο Χάνι Εμίν Αγά. Οι πρώτες διαταγές και ενέργειες του Αρχιστρατήγου ηλέκτρισαν και αναπτέρωσαν το ηθικό των μαχητών και η πίστη στη Μεγάλη Ιδέα ξαναγεννήθηκε. Ο Κωνσταντίνος έστειλε επιστολή στο Διοικητή των Ιωαννίνων Εσσάτ, συμμαθητή του στην Ακαδημία Πολέμου στο Βερολίνο, καλώντας τον να παραδοθεί προκειμένου να αποφευχθεί άσκοπη αιματοχυσία μια και η τύχη των Ιωαννίνων ήταν προδικασμένη. Ο Εσσάτ του απαντά "έχω διαταγή όσον δύναμαι να αμυνθώ και θα αμυνθώ". Ο Αρχιστράτηγος αφού μελέτησε τα αρνητικά αποτελέσματα των κατά μέτωπο επιθέσεων κατά του Μπιζανίου έκρινε ότι το έδαφος αριστερά προς την πλευρά της Ολύτσικας ήταν πιο πρόσφορο από ότι δεξιά της Καστρίτσας και αποφάσισε όπως η κυρία προσπάθεια έπρεπε να εφαρμοστεί αριστερά. Προκειμένου να παραπλανήσει την τουρκική διοίκηση διέταξε την εμφανή, κατά τη διάρκεια της ημέρας, μετακίνηση δυνάμεων προς τα δεξιά του τις οποίες με κάθε μυστικότητα επανέφερε το βράδυ στις θέσεις του. Ταυτόχρονα έγιναν μετακινήσεις των τμημάτων στην πλευρά του Δρίσκου και διασπορά παραπλανητικών πληροφοριών περί συγκεντρώσεως 24.000 ανδρών στο Μέτσοβο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να παραπλανηθούν οι Τούρκοι και να αφαιρέσουν δυνάμεις από την περιοχή Ολύτσικας προς ενίσχυση της περιοχής Καστρίτσας. Τα ελάχιστα αεροπλάνα της Ελληνικής αεροπορίας καθημερινά έκαναν αναγνωρίσεις των οχυρών και των κινήσεων του εχθρού και βομβάρδιζαν εχθρικούς στόχους. Πολλές φορές έριχναν τρόφιμα και εφημερίδες στους κατοίκους των Ιωαννίνων εγκαινιάζοντας έτσι ένα νέο είδος ενεργείας από αέρος.

ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ 20 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1913

Τουρκικές δυνάμεις

Ο τουρκικός στρατός της φρουράς Ιωαννίνων συνεχώς ενισχύονταν από δυνάμεις που υποχωρούσαν από την περιοχή της Βορείου Ηπείρου, Μοναστηρίου και Δυτικής Μακεδονίας. Η δύναμη του στρατού ανέρχονταν σε 1.000 περίπου αξιωματικούς και 30.000 στρατιώτες. Διοικητής ήταν ο Εσσάτ πασάς ο οποίος κατά μαρτυρίες καταγόταν από εξισλαμισθέντα πρόγονο της χριστιανικής οικογένειας των Γλυκήδων. Ήταν μια προσωπικότητα με πολλές αρετές. Στενός συνεργάτης και Επιτελάρχης του ήταν ο αδελφός του Βεχήπ μπέης. Και οι δυο ήταν ελληνομαθέστατοι απόφοιτοι και οι δυο της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων και απόφοιτοι της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου.
Όλο το υψίπεδο Ιωαννίνων καλύπτετο από τα πυρά 112 πυροβόλων καταλλήλως ανεπτυγμένων το μεγαλύτερο μέρος επί του Μπιζανίου μια "φύσει" και "θέσει" ισχυρή αμυντική τοποθεσία. Διάφορα έργα όπως πολυβολεία, ορύγματα, συρματοπλέγματα κλπ συμπλήρωναν την αμυντική ισχύ της τοποθεσίας. Τέλος είχε αναπτυχθεί πυκνό τηλεφωνικό δίκτυο για την εξασφάλιση των επικοινωνιών. Το βάρος της οχύρωσης είχε δοθεί στο νότιο τομέα για την απαγόρευση του άξονα Άρτα-Ιωάννινα.

Ελληνικές Δυνάμεις

Την 18η Φεβρουαρίου 1913 η συνολική δύναμη της Στρατιάς Ηπείρου ανήρχετο σε 762 αξιωματικούς, 40.000 οπλίτες και 93 πυροβόλα και η διάταξη είχε ως ακολούθως. Στο αριστερό υπό τον Στρατηγό Μοσχόπουλο συγκροτήθηκαν τρεις φάλλαγες δυνάμεως 20.000 ανδρών και 26 πυροβόλων. Η 1η φάλαγγα υπό τον Σχη Αντωνιάδη θα ενεργούσε στην περιοχή μεταξύ των υψωμάτων Αυγό και Μανωλιάσα, η 2α υπο τον Σχη Γιαννακίτσα στη στενωπό της Μανωλιάσας και η 3η υπό την Σχη Δελαγραμμάτικα Ν.Δ. της Ολύτσικας στο χωριό Τσερίτσανα προς Μεγάλη Τσούκα. Στο κέντρο 4 Τάγματα υπό τον Καλλάρη και στο Δεξιό 15 τάγματα υπό τον Σαπουτζάκη επί της Αετοράχης. Η 3η φάλαγγα είχε ήδη εγκατασταθεί ΝΔ της Ολύτσικας στο χωριό Τσερίτσανα όπου και διανυκτέρευσε. Υπήρχε όμως ένα σοβαρό πρόβλημα στην κίνηση της 2ας φάλαγγας και συγκεκριμένα τα τουρκικά πυροβόλα στην περιοχή της Μανωλιάσας.

Τότε αποφασίστηκε να τοποθετηθεί πυροβολικό στη θέση Δύο Βουνά της Ολύτσικας, προκειμένου να πληγούν από εκεί οι οχυρές τουρκικές θέσεις της Μανωλιάσας και της Μεγάλης Ράχης. Και οι γυναίκες των Τσεριτσάνων προσέτρεξαν και εκείνες οι Σουλιώτισσες όχι μόνο επισκεύασαν το μονοπάτι μέχρι τα Δυο Βουνά, αλλά σήκωσαν στην πλάτη τους πυροβόλα και πυρομαχικά και τ' ανέβασαν μέχρι την κορυφή και έκαναν συνεχείς διαδρομές Τσερίτσανα-Δύο Βουνά και αντιστρόφως, προκειμένου να μη σταματήσουν τα πυροβόλα να ρίχνουν. Με τις επιτυχείς βολές αυτών των πυροβόλων εξουδετερώθηκαν τα τουρκικά πυροβολεία της Μεγάλης Ράχης και μπόρεσε την επομένη, 20 Φεβρουαρίου, να κινηθεί στη στενωπό της Μανωλιάσας η 2α φάλαγγα χωρίς να πλαγιοβάλεται.

Η γενική επίθεση άρχισε τα χαράματα της 20ης Φεβρουαρίου 1913 μετά από έντονη προπαρασκευή πυροβολικού. Η 3η Φάλαγγα επιτέθηκε αιφνιδιαστικά σε τρεις κατευθύνσεις και κατέλαβε μέχρι το μεσημέρι τα υψώματα Μεγάλης Τσούκας, και την Κοσμηρά συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους και πολεμικό υλικό. Η 2α φάλαγγα με το 8ο και 9ο Τάγμα Ευζώνων με Διοικητές τους Ταγματάρχες Ιατρίδη και Βελισάριο έχοντας εξασφαλισμένο το δεξιό τους κατέλαβαν την Πεδινή και συνέχισε συνέχισαν ακάθεκτα προς Ιωάννινα. Ο Διοικητής της Φάλαγγας Γιαννακίτσας διαπιστώσας ότι εκπληρώθηκε η αποστολή του διέταξε να επιστρέψουν τα τάγματα ευζώνων στην Πεδινή. Ευτυχώς οι αγγελιαφόροι του δεν μπόρεσαν να επιδώσουν τη διαταγή και έτσι οι εύζωνοι συνέχισαν την προέλασή τους. Την 18η ώρα έφθασαν στον Άγιο Ιωάννη, σε μικρή απόσταση από τα Ιωάννινα. Απέκοψαν τις τηλεφωνικές γραμμές και διέκοψαν την επικοινωνία με το Μπιζάνι. Κατά τη διάρκεια της νύχτας συνέλαβαν περίπου 1.000 αιχμαλώτους που υποχωρούσαν προς τα Ιωάννινα. Η 1η φάλαγγα κατόρθωσε με τη λόγχη να καταλάβει τη Μεγάλη Ράχη και τον προφήτη Ηλία. Στο κέντρο και το δεξιό της διατάξεως οι μονάδες προωθήθηκαν 600 μέτρα εντός της τουρκικής διατάξεως. Η τολμηρή διείσδυση των Ευζώνων και η διακοπή κάθε επαφής με τα οχυρά Μπιζανίου ανάγκασε τον Εσσάτ πασά να παραδοθεί. Για να αποφύγει την παραπέρα καταστροφή των δυνάμεών του απευθύνθηκε στους Προξένους της Ρωσίας, Ρουμανίας, Γαλλίας και Αυστροουγγαρίας να μεσολαβήσουν για την παράδοση. Στις 23.00 της 20ης Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων άμαξα με δυο Τούρκους αξιωματικούς και τον επίσκοπο Δωδώνης Γερβάσιο με επιστολή των Προξένων για την παράδοση της πόλεως και την κατάπαυση των εχθροπραξιών. Στις 04.30 της 21 Φεβρουαρίου 1913 ολοκληρώθηκε η συμφωνία για την παράδοση των Ιωαννίνων και της φρουράς του με όλο τον οπλισμό.
Ξημέρωσε η 21η Φεβρουαρίου 1913. Τα Ιωάννινα λούστηκαν στο λαμπερό φως του ήλιου. Ο ουρανός και οι δρόμοι γέμισαν από πεταμένα μισοφέγγαρα και φέσια. Η Γαλανόλευκος κυμάτιζε στο κάστρο περήφανη. Χιλιάδες γαλανόλευκες, σύμβολα ιερά που κεντήθηκαν με δάκρυα και θυσίες πέντε αιώνων, που παραδίδονταν ιερή κληρονομιά από γιαγιά σε εγγόνια, κυμάτιζαν παντού. Ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε στα Ιωάννινα κάτω από χειροκροτήματα και ζητωκραυγές και ο Γιαννιώτης Ανθυπίλαρχος Χρίστος Αδαμίδης πετώντας γεμάτος ενθουσιασμό πάνω από τη γενέτειρά του, προσγείωσε το αεροπλάνο του στην Πλατεία του.
Η γενική επίθεση άρχισε τα χαράματα της 20ης Φεβρουαρίου 1913 μετά από έντονη προπαρασκευή πυροβολικού. Η 3η Φάλαγγα επιτέθηκε αιφνιδιαστικά σε τρεις κατευθύνσεις και κατέλαβε μέχρι το μεσημέρι τα υψώματα Μεγάλης Τσούκας, και την Κοσμηρά συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους και πολεμικό υλικό. Η 2α φάλαγγα με το 8ο και 9ο Τάγμα Ευζώνων με Διοικητές τους Ταγματάρχες Ιατρίδη και Βελισάριο έχοντας εξασφαλισμένο το δεξιό τους κατέλαβαν την Πεδινή και συνέχισε συνέχισαν ακάθεκτα προς Ιωάννινα. Ο Διοικητής της Φάλαγγας Γιαννακίτσας διαπιστώσας ότι εκπληρώθηκε η αποστολή του διέταξε να επιστρέψουν τα τάγματα ευζώνων στην Πεδινή. Ευτυχώς οι αγγελιαφόροι του δεν μπόρεσαν να επιδώσουν τη διαταγή και έτσι οι εύζωνοι συνέχισαν την προέλασή τους.

Την 18η ώρα έφθασαν στον Άγιο Ιωάννη, σε μικρή απόσταση από τα Ιωάννινα. Απέκοψαν τις τηλεφωνικές γραμμές και διέκοψαν την επικοινωνία με το Μπιζάνι. Κατά τη διάρκεια της νύχτας συνέλαβαν περίπου 1.000 αιχμαλώτους που υποχωρούσαν προς τα Ιωάννινα. Η 1η φάλαγγα κατόρθωσε με τη λόγχη να καταλάβει τη Μεγάλη Ράχη και τον προφήτη Ηλία. Στο κέντρο και το δεξιό της διατάξεως οι μονάδες προωθήθηκαν 600 μέτρα εντός της τουρκικής διατάξεως. Η τολμηρή διείσδυση των Ευζώνων και η διακοπή κάθε επαφής με τα οχυρά Μπιζανίου ανάγκασε τον Εσσάτ πασά να παραδοθεί. Για να αποφύγει την παραπέρα καταστροφή των δυνάμεών του απευθύνθηκε στους Προξένους της Ρωσίας, Ρουμανίας, Γαλλίας και Αυστροουγγαρίας να μεσολαβήσουν για την παράδοση. Στις 23.00 της 20ης Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων άμαξα με δυο Τούρκους αξιωματικούς και τον επίσκοπο Δωδώνης Γερβάσιο με επιστολή των Προξένων για την παράδοση της πόλεως και την κατάπαυση των εχθροπραξιών. Στις 04.30 της 21 Φεβρουαρίου 1913 ολοκληρώθηκε η συμφωνία για την παράδοση των Ιωαννίνων και της φρουράς του με όλο τον οπλισμό.

Ξημέρωσε η 21η Φεβρουαρίου 1913. Τα Ιωάννινα λούστηκαν στο λαμπερό φως του ήλιου. Ο ουρανός και οι δρόμοι γέμισαν από πεταμένα μισοφέγγαρα και φέσια. Η Γαλανόλευκος κυμάτιζε στο κάστρο περήφανη. Χιλιάδες γαλανόλευκες, σύμβολα ιερά που κεντήθηκαν με δάκρυα και θυσίες πέντε αιώνων, που παραδίδονταν ιερή κληρονομιά από γιαγιά σε εγγόνια, κυμάτιζαν παντού. Ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε στα Ιωάννινα κάτω από χειροκροτήματα και ζητωκραυγές και ο Γιαννιώτης Ανθυπίλαρχος Χρίστος Αδαμίδης πετώντας γεμάτος ενθουσιασμό πάνω από τη γενέτειρά του, προσγείωσε το αεροπλάνο του στην Πλατεία του Διοικητηρίου στα σημερινά Λιθαρίτσια. Ο Αρχιστράτηγος εισήλθε επίσημα στην πόλη στις 22 Φεβρουαρίου, όπου επακολούθησε δοξολογία στο μητροπολιτικό ναό μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Η είδηση απελευθέρωσης των Ιωαννίνων έγινε δεκτή με άκρατο ενθουσιασμό από τον ελληνικό λαό. Απέσπασε ευμενέστατα σχόλια από τον ευρωπαϊκό τύπο και ταυτόχρονα αναπτέρωσε το φρόνημα και το γόητρο του Ελληνικού Στρατού. Οι απώλειες των δυνάμεων που ανέλαβαν την κυρία επίθεση στις 20 Φεβρουαρίου, ανήλθαν σε 5 αξιωματικούς και 259 οπλίτες..

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ


Οι παράγοντες που οδήγησαν για μια ακόμη φορά το Έθνος στα ένδοξα πεπρωμένα του συνοψίζονται :
- Στην ενότητα και ομοψυχία στρατού, λαού, πολιτειακής, πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας
- Στη μεγαλόπνοη πολιτικο-διπλωματική διορατικότητα και στη σωστή σχεδίαση, προετοιμασία και εκτέλεση των επιχειρήσεων από τον τότε Πρωθυπουργό και Υπουργό Στρατιωτικών Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο..
- Στην αδυναμία της Τουρκίας να μεταφέρει ενισχύσεις από τη Μικρά Ασία, όπου είχε επιστρατεύσει 250.000 άνδρες, εξαιτίας της απόλυτης κυριαρχίας του Ελληνικού Στόλου στο Αιγαίο από τις πρώτες ημέρες του πολέμου.
- Στο υψηλό ηθικό, τη μαχητική ικανότητα, την αυταπάρνηση, την εθελοθυσία και την αυτοθυσία αξιωματικών, οπλιτών και λαού.
- Τέλος, στη πολεμική αρετή των Ελλήνων που μεγαλούργησε ανά τους αιώνες. Που αποθεώθηκε με την ορμή, τον ηρωισμό, την ανδρεία που άγγιζε τα όρια της παραφροσύνης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Η επέτειος των 96 χρόνων από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων δεν είναι μια απλή υπόμνηση ενός μεγάλου θριάμβου. Είναι εθνική έξαρση και ανάταση των ηθικών δυνάμεων του έθνους μας. Είναι πηγή διδαχής και παραδειγματισμού που πρέπει διεξοδικά να διδάσκεται στους νέους μας. Είναι ύμνος της ψυχής και της λόγχης, της ομοψυχίας και της ενότητας του ελληνικού λαού που γνωρίζει πολύ καλά, αιώνες τώρα, ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά κερδίζεται. Κερδίζεται διαρκώς από κάθε γενιά και από κάθε άτομο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. ΓΕΑ/ Υπηρεσία Ιστορίας Πολεμικής Αεροπορίας, "Ιστορία της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας (1908-1918)", Τόμος Α΄, Αθήνα, 1980.
2. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), "Επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου 1912", Αθήνα, 1988.
3. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), "Επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στην Ήπειρο 1912", Αθήνα, 1992.
4. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), "Επιχειρήσεις κατά των Βουλγάρων 1912-1913", Αθήνα, 1992.
5. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), "Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913)", Αθήνα, 1987.
6. Μαρκεζίνη Σ., "Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος", Πάπυρος Πρες, Αθήνα, 1967.
7. Ιστορικό Αρχείο ΔΙΣ/ΓΕΣ (Πολεμικές εκθέσεις-προσωπικά ημερολόγια).

Φωτογραφίες: