Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ (OLYMPIC GAMES) & ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
 

Το παρών άρθρο δημοσιεύθηκε στο 3ο τεύχος του περιοδικού ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ ( Ιαν.,Φεβρ. , Μαρ. 2003) εξακολουθεί όμως να είναι επίκαιρο και για τους φετινούς Ολυμπιακούς αγώνες του 2008 στο Πεκίνο.



Θυμόμαστε όλοι την αποτυχία αφής της Ολυμπιακής Φλόγας, κατά το καθιερωμένο τελετουργικό για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϋ. Ο φωτοδότης Απόλλωνας αρνήθηκε να προσφέρει τις ακτίνες του βορά στους εμπόρους του Ολυμπιακού Ιδεώδους λες και αποφάσισε να μη συμπαρασταθεί στους καπηλευτές του πολιτισμού και των ιδανικών μας.
Άραγε πιστεύει κανείς ότι, οι σημερινές Ολυμπιάδες εκπροσωπούν το ιδεώδες που γεννήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα και το ενστερνίστηκαν οι αναβιωτές των Ολυμπιακών Αγώνων;
Οι αθλητές που συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες είναι επαγγελματίες με την ανοχή, αν όχι με την προτροπή, της Δ.Ο.Ε. Αθλητές που, σε πιστή εφαρμογή όρων εμπορικών συμβολαίων, “αγωνίζονται” με τα σύμβολα της Nike ή της Adidas και πολύ εύκολα απαρνούνται τις πατρίδες τους, αλλάζουν υπηκοότητα και παρελαύνουν υπό την σκέπη ξένης σημαίας (που πληρώνει όμως καλά).
Ας αναλογιστούμε εδώ την κραυγή απελπισίας στρατηγού του Ξέρξη, όταν πληροφορήθηκε ότι οι Έλληνες – παράλληλα με τις πολεμικές τους προετοιμασίες – διοργάνωναν και την Ολυμπιάδα του 480 π.χ.: “Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησαμένους ημέας, οι ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται, αλλά περί αρετής.”
Οι θεωρούμενοι σαν θεματοφύλακες του Ολυμπιακού Ιδεώδους, οι “αθάνατοι”, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την χρήση αναβολικών και τις δωροδοκίες μελών της Δ.Ο.Ε.. Δεν έχουν την δύναμη να τιμωρήσουν αυστηρά ή να διαγράψουν από τους πίνακες των μελών τους τις χώρες που, χάριν πολιτικής εκμετάλλευσης και κατά παράβαση της Ολυμπιακής αρχής της εκεχειρίας, απέχουν των αγώνων. Ο θάνατος της Τζόινερ (τραγικό θύμα η ίδια των αναβολικών και της μετατροπής των αθλητών σε αναλώσιμο εμπόρευμα) τους αφήνει αδιάφορους και με τις υποκριτικές αναφορές στο “αρχαίο πνεύμα αθάνατο, του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού” επιδιώκουν να προσδώσουν ιδεολογικό υπόβαθρο στο οικονομικοπολιτικό κατασκεύασμα των τελευταίων δύο ή τριών δεκαετιών που, με την ανοχή και την συμμετοχή μας δυστυχώς, συνεχίζουν να αποκαλούν Ολυμπιακούς αγώνες. Τα πάντα προσφέρονται θυσία στο βωμό της θεαματικότητας των αγώνων και του πλουτισμού των χορηγών.
Ο εκφυλισμός του Ολυμπιακού Ιδεώδους αλλοίωσε και την σύνθεση των θεατών των αγώνων. Οι φίλαθλοι, οι “αγαπώντας τους άθλους”, εγκατέλειψαν τα στάδια, μη μπορώντας να ανεχθούν την εμπορευματοποίηση του αθλητισμού και στην γενικευμένη χρήση των αναβολικών. Παραχώρησαν τη θέση τους σε τουρίστες υψηλής εισοδηματικής τάξης που, μπορεί να μην έχουν ακούσει ποτέ για τον Διαγόρα, τον Μίλωνα, τον Λούη, τον Ζάτοπεκ, τον Έρτερ ή τη Ρούντολφ, αποτελούν όμως το απαραίτητο σκηνικό για την τηλεοπτική εικόνα του C.N.N.. Εικόνα ρωμαϊκής αρένας.
Αναμφίβολα, ο βαρώνος Πιέρ ντε Κουμπερτέν, συνέβαλε μαζί με πολλούς άλλους στην διεθνοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων και στη διάδοση του Ολυμπιακού Ιδεώδους. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν θα πρέπει να τον θεωρούμε εμπνευστή της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, στερώντας αυτή την τιμή αυτή από τον εθνικό μας ευεργέτη Ευάγγελο Ζάππα.
Ο Βορειοηπειρώτης αγωνιστής του 1821 συνέλαβε πρώτος την ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων και με επιστολή του προς τον βασιλιά Όθωνα, δήλωσε την πρόθεση του να επωμισθεί όλες τις απαιτούμενες δαπάνες. Μετά από πρόταση του Υπουργού Εξωτερικών Αλ. Ραγκαβή τροποποιήθηκε η αρχική ιδέα της αυτόνομης διεξαγωγής των αγώνων και οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα διεξάγονταν πλέον, σύμφωνα με το Β.Δ. της 19ης Αυγούστου 1858, παράλληλα με εμπορική έκθεση. Η οργάνωσή των Αγώνων ανατέθηκε στην Επιτροπή Ολυμπίων.
Η έναρξη των Α’ Ολυμπιακών Αγώνων έγινε την 18η Οκτωβρίου 1859. Λόγω της έξωσης του Όθωνα και του θανάτου, το 1865, του Ευάγγελου Ζάππα οι Β' Ολυμπιακοί Αγώνες διεξήχθησαν το 1870 στο, πρόχειρα ανακαινισμένο, Παναθηναϊκό Στάδιο παρουσία 30.000 θεατών. Οι αγώνες ήταν διεθνείς και για πρώτη φορά δόθηκε εκεί ο όρκος των αθλητών και ακούστηκε ο Ολυμπιακός Ύμνος. Στην ταραχώδη και δύσκολη εκείνη εποχή και παρά τις αντιξοότητες κατέστη, τελικά, εφικτή η διοργάνωση των Γ' Ολυμπιακών Αγώνων το 1875 και των Δ' Ολυμπιακών Αγώνων το 1888, με εμψυχωτή τον Ιωάννη Φωκιανό.
Μετά το 1888 αποφασίζεται να τηρείται αυστηρά η ανά τετραετία διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Το 1892 όμως πεθαίνει ο Κωνσταντίνος Ζάππας, εξάδελφος και διαχειριστής της περιουσίας του Ευάγγελου Ζάππα και η Ρουμανική Κυβέρνηση αρνείται να παραδώσει τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας Ζάππα, οπότε, ελλείψει οικονομικών πόρων, ματαιώνονται οι αγώνες του 1892.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1850 ο γιατρός W. Ρ. Brooks οργάνωνε τοπικούς αγώνες στην Αγγλία και ίδρυσε την “Ολυμπιακή εταιρία”. Η “Ολυμπιακή εταιρία” βρίσκεται σε συνεχή επαφή και συνεργασία με την Επιτροπή Ολυμπίων και στους Α’ Ολυμπιακούς Αγώνες του 1859 απονέμει το έπαθλο στον, εκ Σμύρνης νικητή του δολίχου δρόμου, Πέτρο Βελισσάριο.
Το 1890 ο Πιέρ ντε Κουμπερτέν συναντήθηκε με τον W. Ρ. Brooks και ενημερώθηκε απ’ αυτόν για την προσπάθεια των Ελλήνων να αναβιώσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η ιδέα θεωρήθηκε πολύ καλή και μάλιστα όταν το 1990 θα γίνει, στο Παρίσι, η μεγάλη εμπορική έκθεση με τα εγκαίνια του πύργου του Άϊφφελ. Η παράλληλη τέλεση αγώνων θα ήταν ένα ενδιαφέρον θέαμα.
Ο Πιέρ ντε Κουμπερτέν συγκαλεί το 1894 συνέδριο στο Παρίσι με συμμετοχή αθλητικών Σωματείων από την Γαλλία, Αγγλία, Ελλάδα, Αμερική, Σουηδία, Ισπανία, Ιταλία, Βέλγιο, και Ρωσία. Εν μέσω αντεγκλήσεων και γενικής δυσπιστίας εκφράζεται η ευχή για την τέλεση Αγώνων ανά τέσσερα (4) χρόνια. Ο Κουμπερτέν πρότεινε να εγκαινιαστούν οι αγώνες το 1990, πλην όμως, κατόπιν προτάσεως του Δημητρίου Βικέλα, αποφασίζεται να γίνει η έναρξη των αγώνων το 1896, στην Αθήνα.
Από τα παραπάνω γίνεται εύκολα κατανοητό ότι, στο συνέδριο του Παρισιού, δεν αποφασίζεται η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Η αναβίωση τους είχε συντελεσθεί ήδη το 1859 σαν έκφραση των πολιτισμικών αξιών του λαού μας. Στο Παρίσι γίνεται απλώς αποδεκτή η Ολυμπιακή Ιδέα από τους εκπροσώπους αθλητικών σωματείων οχτώ ακόμη χωρών, ανατίθεται η οργανωτική ευθύνη σε Διεθνή Επιτροπή (αντί της Επιτροπής Ολυμπίων) και αποφασίζεται η, εκ περιτροπής, τέλεση των αγώνων σε διάφορες χώρες με σκοπό την διάδοση των Ολυμπιακών αξιών σε όλους τους λαούς της γης και με την ελπίδα ότι, η αποδοχή των αρχών τις ευγενούς άμιλλας, του “ευ αγωνίζεσθαι” και της εκεχειρίας θα συμβάλλει στην συμφιλίωση των λαών και στο χτίσιμο ενός πιο ανθρώπινου αύριο.
Αξίζει να τονιστεί εδώ ότι, παραποιείται συστηματικά, από τον Τύπο και τα Μέσα Ενημέρωσης, η ονομασία των Αγώνων που διοργάνωνε η Επιτροπή Ολυμπίων και αναφέρονται – ανακριβώς - ως “Ολύμπια” αντί του ορθού “ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ”.
Ο Κουμπερτέν δεν πίστεψε στο πάθος και τις ικανότητες των Ελλήνων, αμφέβαλε για την δυνατότητα επιτυχούς έκβασης των αγώνων της Αθήνας και, το 1895, γράφει στον Ούγγρο Kemeny προτείνοντας του την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στη Βουδαπέστη.
Ο πατριωτισμός όμως των Ελλήνων, το “πανταχού παρόν” πνεύμα ευποιίας των ηπειρωτών ευεργετών (Γεώργιος Αβέρωφ) και η συμμετοχή φιλάθλων, ταυτισμένων εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια με το αθλητικό Ιδεώδες, θα οδηγήσουν τους αγώνες σε μοναδική επιτυχία.
Το 1900 και το 1904 οι Ολυμπιακοί Αγώνες ταξιδεύουν σε χώρες ξένες που οι λαοί τους δεν ήταν και τόσο εξοικειωμένοι με την ιδέα της ευγενούς άμιλλας. Έτσι η Ολυμπιάδα του Παρισιού (1900) και του Σαν Φραντσίσκο (1904), που διεξάγονται στα πλαίσια εμπορικών εκθέσεων, καταλήγουν σε παταγώδη αποτυχία και το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων τείνει να σβήσει οριστικά.
Παρ’ όλα ταύτα αθλητές από διάφορες χώρες, επιδιώκοντας να διασώσουν τον Ολυμπισμό που αργοπεθαίνει, προτείνουν, μαζί με την Ελληνική Επιτροπή, την μόνιμη διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων στην Ελλάδα. Ο Κουμπερτέν αντιστέκεται πεισματικά και απορρίπτει το αίτημα τους. Παρά την αντίθεση του Κουμπερτέν και προ του φάσματος της οριστικής ματαίωσης των αγώνων η Ελλάδα διοργανώνει μόνη της, το 1906, την αποκαλούμενη Μέσο-Ολυμπιάδα με καταπληκτική επιτυχία και με συμμετοχή 20 κρατών και 890 αθλητών.
Η διοργάνωση των αγώνων του 1906, στους οποίους αρνήθηκε να παρευρεθεί ο Κουμπερτέν και τους οποίους ουδέποτε αναγνώρισε σαν Ολυμπιακούς Αγώνες, έσωσε την Ιδέα και έδωσε νέα πνοή στο Ολυμπιακό πνεύμα. Έτσι, παρά την απουσία του θεωρουμένου ως αναβιωτή των Ολυμπιακών Αγώνων, διασώθηκαν οριστικά οι Αγώνες και κατέστη δυνατή, έκτοτε, η συνέχισή τους.
Η ευθύνη για την μετέπειτα πορεία των αγώνων ανήκει σε άλλους.
Κανείς όμως δεν μας στέρησε το δικαίωνα να προασπιζόμαστε ιδανικά.
Κατέχουμε, πολύτιμο κειμήλιο, την προσφορά της Πανδώρας. Και, αρνούμενοι την καπηλεία αξιών και πολιτισμού, ελπίζουμε. Γιατί για μας - τους Έλληνες - δεν “απέσβετο το λάλον ύδωρ”.

Αθανάσιος Δάλλας

Φίλαθλος