Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΫΡΟΝ "από τα Γιάννενα στην αθανασία"
 

του Αναστασίου Παπασταύρου, Αρχιτέκτονα , πρώην Δημάρχου Ιωαννίνων, αποφοίτου Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων



Αφήνει πια την Ήπειρο και χάνει τα βουνά της.
Και αφού είχε τόσο κουραστεί το ύψος τους να βλέπει,
σε μια κοιλάδα χαρωπή τα μάτια τον αναπαύει,
που την εστόλιζε πυκνή χιονωπορίσια χλόη.
Έχουν το μεγαλείο τους και οι ομορφιές του κάμπου,
όταν γοργά ένας ποταμός ανάμεσα τον τρέχει
και σειούνται προς τις όχθες των δέντρων ψηλών οι κλώνοι,
και στον καθρέφτη των νερών χορεύουν οι σκιές των,
ή τα σεμνά μεσάνυχτα κοιμούνται πια και εκείνες
μες στις χλωμές του φεγγαριού και θελχτικές αχτίνες!


Τσάιλντ Χάρολντ (απόδ. Δ. Σάρρος)

Οι δύο περιηγητές αφήνουν τα Γιάννενα στις 3 Νοεμβρίου του 1809, με κατεύθυνση την Πρέβεζα, συνοδευόμενοι από πολυάριθμη φρουρά, τιμητική προσφορά του Αλή. Στην Πρέβεζα έμειναν δύο μέρες στο σπίτι του Άγγλου υποπρόξενου, όπου «σ' ένα κρύο και άχαρο δωμάτιο» έγραψε ο Ποιητής, στις 12 Νοεμβρίου, τη γνωστή ενδιαφέρουσα πολυσέλιδη επιστολή προς τη μητέρα του. Επισκέφτηκαν πάλι τη Νικόπολη, ο Μπάυρον κολύμπησε στον Αμβρακικό και παρά το καταχείμωνο η θάλασσα του φάνηκε πολύ ζεστή (!), ενώ πήγαν και στο Άκτιο, «τον κόλπο όπου ο Αντώνιος έχασε τον κόσμο». Αναπολεί τα πλοία της Κλεοπάτρας με τα πορφυρά πανιά τους και αναρωτιέται «πώς ήταν δυνατόν σε έναν όρμο όπου δύο φρεγάτες θα δυσκολεύονταν να διασταυρωθούν, δύο στόλοι ολόκληροι να ναυμαχήσουν». Τους νεαρούς ταξιδιώτες δεν τους ενδιαφέρουν μόνο τα λείψανα μιας ιστορικής εποχής που πέρασε. Τους ενδιαφέρουν και τα εγκόσμια. Παρευρίσκονται σε έναν ελληνικό γάμο και συμμετέχουν με μεγάλη προθυμία στο γλέντι που ακολουθεί. Ο Μπάυρον σχολιάζει τη νύφη που «έχει χτενίσει τα μαλλιά της σε στυλ βυζαντινό, με πέρλες και στο κεφάλι της φορά ένα διάδημα από φύλλα».

Πληροφορήθηκαν στην Πρέβεζα ότι δεν θα ήταν φρόνιμο να συνεχίσουν το ταξίδι τους μέσω Αιτωλοακαρνανίας, γιατί μεγάλες συμμορίες ληστών είχαν κατεβεί από τα Άγραφα και θα κινδύνευαν. Έτσι αποφάσισαν να ταξιδέψουν προς την Πάτρα από τη θάλασσα. Επιβιβάζονται σ' ένα πολεμικό πλοίο χωρητικότητας 50 τόνων, με πλήρωμα 40 ανδρών -ανάμεσα τους και 4 Έλληνες- και οπλισμένο με 4 κανόνια Ήταν μια τρικάταρτη γαλιότα με Τούρκο καπετάνιο -νέα εκδήλωση φιλοφροσύνης του Αλή Πασά- και ξεκίνησαν με προορισμό τον Πατραϊκό κόλπο. Αλλά ο Τούρκος πλοίαρχος και οι Τούρκοι ναύτες ήταν εντελώς ανίκανοι και όταν το καράβι έπεσε σε τρικυμία λίγο έλειψε να καταποντιστεί. Γράφει ο Μπάυρον στη μητέρα του: «Πριν δυο μέρες παραλίγο να πνιγώ καθώς ταξίδευα με ένα τούρκικο πολεμικό, εξαιτίας της απειρίας του καπετάνιου και του πληρώματος, γιατί η φουρτούνα δεν ήταν μεγάλη. Ο υπηρέτης μου Φλέτσερ σε κατάσταση αλλοφροσύνης φώναζε τη γυναίκα του, οι Έλληνες δέονταν στους Αγίους, οι Τούρκοι στον Αλλάχ. Ο καπετάνιος έκλαιγε και έτρεξε να κρυφτεί στο αμπάρι λέγοντας μας να κάνουμε την προσευχή μας. Τα πανιά ξεσχίστηκαν, το μεγάλο κατάρτι έσπασε, ο άνεμος δυνάμωνε. Ζύγωνε η νύχτα. Δυο λύσεις υπήρχαν: ή να φτάσουμε στη γαλλοκρατούμενη Κέρκυρα ή να μας καταπιούν τα κύματα. Τυλίχτηκα και εγώ στην αρβανίτικη κάπα μου και ξάπλωσα κάτω από το κατάστρωμα, αποφασισμένος να περιμένω το χειρότερο».
Αλλά δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα. Όπως σημειώνει ο Χομπχάους στο χρονικό του, οι Έλληνες έσωσαν το πλοίο από το ναυάγιο. «Οι ναύτες ήταν Τούρκοι εκτός από τέσσερις Έλληνες. Αλλά αυτοί οι Έλληνες ήταν οι μόνοι πού ήξεραν να μανουβράρουν το καράβι. Ο πρώτος καπετάνιος -γιατί υπήρχαν πολλοί- πανικοβλήθηκε και το τουρκικό τσούρμο έπαθε ναυτία και κατέβηκε στο αμπάρι. Έμειναν μόνο οι Έλληνες ναυτικοί στο κατάστρωμα». Η γαλιότα έπλεε ακυβέρνητη. Απελπισμένοι και οι Άγγλοι αξίωσαν από τον καπετάνιο να παραδώσει την κυβέρνηση του καραβιού στους Έλληνες. «Τη δίνω σε όποιον θέλετε», απάντησε αυτός «Οι τέσσερις Έλληνες ρίχτηκαν αμέσως στα άρμενα. Κατεβάζοντας τις αντένες σταθεροποίησαν τη ρότα του καραβιού. Έβαλαν πλώρη προς τη στεριά και, λίγο μετά τα μεσάνυχτα κατόρθωσαν να αράξουν απέναντι από τους Παξούς. Μόλις χάραξε, οι Τούρκο, ξετρύπωσαν από το αμπάρι, ετοίμασαν τα τσιμπούκια τους και άρχισαν να φουμάρουν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.»
Το καράβι πόδισε τελικά σε μια αμμουδιά, βγήκαν οι περιηγητές και βρέθηκαν μπροστά σε Σουλιώτες. Οι ανυπότακτοι ορεσίβιοι υποδέχτηκαν τους ξένους με καλοσύνη, τους φιλοξένησαν, σούβλισαν μια γίδα, χόρεψαν γύρω από τη φωτιά τους άγριους χορούς του πολέμου και τραγούδησαν ένα άσμα με επωδό «κλέφτες στης Πάργας τα χωριά». Ο Μπάυρον θέλησε να τους προσφέρει χρήματα για τη φιλοξενία αλλά ο αρχηγός τους απάντησε: «Την αγάπη σου θέλω, όχι τα λεφτά σου!». Έτσι άρχισε η σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης ανάμεσα στον Ποιητή και τους Σουλιώτες, που κράτησε -με πολλές διακυμάνσεις- μέχρι το τέλος της ζωής του.

Μετά την περιπέτεια οι δύο φίλοι γυρίζουν στην Πρέβεζα αποφασισμένοι να συνεχίσουν το ταξίδι τους για την Πάτρα από την ξηρά και όχι με πλοίο. «Δεν εμπιστεύομαι πια τους Τούρκους ναυτικούς», σημειώνει ο Μπάυρον. Πραγματικά, προτίμησαν τον στεριανό δρόμο μέχρι το Μεσολόγγι. Αυτή άλλωστε τη συμβουλή τους έδωσε ο ίδιος ο πλοίαρχος, θυμίζει ο Χομπχάους: «Μας ακολούθησε μάλιστα και ο δεύτερος καπετάνιος. που ένιωθε πιο ασφαλής στη στεριά παρά στο στοιχείο του». Έτσι με ένοπλη συνοδεία από 40 Σουλιώτες, που μίσθωσαν στην Πρέβεζα, θα διασχίσουν την Ακαρνανία και την Αιτωλία και στις 21 Νοεμβρίου 1809 θ' αντικρίσουν τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. Εκεί κοντά, 15 χρόνια αργότερα, ο Ποιητής, ένδοξος πια, θα αφήσει την ύστατη πνοή του, υπερασπιστής της ελευθερίας του τόπου που τώρα περιδιαβαίνει όντας εύθυμος και ανέμελος ταξιδιώτης. Έξω από το Μεσολόγγι τους συνάντησε ο Βρετανός πρόξενος, εκλαμβάνοντας τον Μπάυρον ως τον νέο πρέσβη και επιμένοντας να μιλά μαζί του στη γαλλική. Την επόμενη μέρα καθυστέρησαν λόγω κακοκαιρίας.
Στο Μεσολόγγι ο Μπάυρον αποχαιρέτησε του; Αλβανούς της συνοδείας τους, εκτός από τον Βασίλη, που τον πήρε μαζί του. Και ένας όμως ακόμη από τη φρουρά, ο Ντερβίς Ταχίρι, τον παρακάλεσε να συνεχίσει. Οι παρακλήσεις ήταν τόσο πιεστικές που τελικά τον προσέλαβε και αυτόν στην υπηρεσία του. Οι δύο Αλβανοί έμειναν κοντά του σε όλη τη διάρκεια των ταξιδιών του στην Ανατολική Μεσόγειο. Απολαμβάνοντας τη δύση του ηλίου, «που μοιάζει με την αυγή της δημιουργίας», από το κατάστρωμα του πλοίου, φτάνουν στην Πάτρα. Στις 14 Δεκεμβρίου ξεκινούν πορεία προς την Αθήνα και κάνουν στάση στη Βοστίτσα (Αίγιο). Φιλοξενούνται από τον Ανδρέα Λόντο, τον εικοσάχρονο διοικητή (κοτζαμπάση), που τους μιλάει όλη τη νύχτα για τον ξεσηκωμό που έρχεται, για το πατριωτικό κίνημα που κοχλάζει, για τον θούριο του Ρήγα. Η μετάλλαξη του Μπάυρον από ταξιδιώτη σε φιλέλληνα αρχίζει πλέον να συντελείται.

Συνεχίζουν το ταξίδι τους και από τη Βοστίτσα διεκπεραιώνονται απέναντι στο Γαλαξίδι. Θα επισκεφτούν τους Δελφούς και την παραμονή των Χριστουγέννων του 1809 φτάνουν στην Αθήνα. Στην πάλαι ποτέ λαμπρή πολιτεία ο Ποιητής γνώρισε την περιώνυμη Τερέζα Μάκρη, στο σπίτι της οποίας έμεινε τρεις μήνες. Γι' αυτό το νεαρό κορίτσι έγραψε το πασίγνωστο ποίημα Η κόρη των Αθηνών, που η επωδός της κάθε στροφής «Ζωή μου, σας αγαπώ!» είναι γραμμένη στα ελληνικά. Ο πληθυντικός οφείλεται στα «εσφαλμένα ρωμεϊκά» του, όπως εξήγησε, αργότερα, ο ίδιος.

Δέκα εβδομάδες αργότερα με αγγλικό πολεμικό μπαρκάρουν για τη Σμύρνη, όπου ο Μπάυρον τελειώνει τα δυο πρώτα άσματα του Τσάιλντ Χάρολντ που είχε αρχίσει, όπως προαναφέρθηκε, να γράφει στα Γιάννενα. Στις 12 Απριλίου ταξιδεύουν ακτοπλοϊκώς στην Κωνσταντινούπολη και βγαίνει στον Εύξεινο Πόντο, αναζητώντας τις Συμπληγάδες. Κατά την παραμονή του στην Πόλη ο Ποιητή; αρνήθηκε να φιλοξενηθεί στη βρετανική πρεσβεία, παρά τις πιέσεις του πρεσβευτή, γιατί ήθελε να διατηρήσει την ελευθερία των κινήσεων του. Στις 14 Ιουλίου γυρίζει στην Αθήνα με αγγλική φρεγάτα, ενώ ο Χομπχάους συνεχίζει το ταξίδι του επιστρέφοντας στην Αγγλία. Στην Αθήνα εγκαταλείπει το σπίτι της Τερέζας και εγκαθίσταται στο μοναστήρι των Καπουτσίνων, πλάι στο μνημείο του Λυσικράτη. Γνωρίζει και τους συνεργάτες του λόρδου Έλγκιν χωρίς να υποψιαστεί, στην αρχή, το συντελούμενο έγκλημα. Ο Σκωτσέζος συμπατριώτη; του και η συμμορία τον. εξασφαλίζοντας ειδικό σουλτανικό φιρμάνι, είχαν αρχίσει τη μεγαλύτερη βίαιη απόσπαση και λαφυραγώγηση αρχαίων γλυπτών από την Αθήνα, την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες.
Τον Ιούλιο του 1810 πραγματοποιεί το πρώτο του ταξίδι στην Πελοπόννησο, που κράτησε δύο μήνες. Στην Τρίπολη ο γιος του Αλή, ο Βελής, τον δέχτηκε πιο θερμά και από τον πατέρα του. Του χάρισε και ένα θαυμάσιο άλογο, αποκαλώντας τον φίλο και αδελφό, ενώ τον ενημέρωσε και για τις ανασκαφές που έκανε στους αρχαιολογικούς χώρους της Πελοποννήσου. Στη δεύτερη επίσκεψη του στην Πάτρα έπεσε βαρεία άρρωστος. Τα συμπτώματα ήταν τα ίδια με εκείνα που 14 χρόνια αργότερα, στο Μεσολόγγι, θα τον οδηγήσουν στον τάφο. Έπαθε μάλιστα υποτροπή και, όταν συνήλθε, έγραψε στον Χόντκσον με το απαράμιλλο χιούμορ που τον χαρακτήριζε: «Υποτίθεται ότι υπάρχουν εδώ δύο γιατροί, από τους οποίους ο ένας -ο RomanelΙί- επαφίεται στην ιδιοφυΐα του (γιατί δεν σπούδασε ποτέ) και ο άλλος σε μια δεκαοκτάμηνη εκστρατεία εναντίον των ασθενών τον Otranto, που έκανε στα νιάτα του με μεγάλη επιτυχία. -Όταν άρπαξα την αρρώστια, διαμαρτυρήθηκα εναντίον και των δύο αυτών φονιάδων, αλλά τι να σου κάνει ένας ανήμπορος, ψημένος στον πυρετό, πλακωμένος με κομπρέσες φουκαράς; Παρά την αντίσταση μου με τα δόντια και τη γλώσσα, ο Άγγλος πρόξενος, ο Τάταρός μου, οι Αλβανοί μου, ο δραγουμάνος μου, μου επέβαλαν ένα γιατρό, που μέσα σε τρεις μέρες με πέθανε στα εμετικά και στα κλύσματα. -Σε αυτή την κατάσταση έγραψα τον επιτάφιο μου, που σου τον χαρίζω εδώ:
Τα Νιάτα, η Φύση και ο Δίας ο σπλαχνικός πάλεψαν του κεριού μου να σώσουνε το φως. Μα ο Ρομανέλλι είχε δύναμη πιο πολλή και με ένα φύσημα του έσβησε το κερί.
Αλλά η φύση και ο Δίας πικαρισμένοι από τις αμφιβολίες μου, νίκησαν τελικά τον Romanelli...». Και πρόσθεσε στα ελληνικά: «Ον οι θεοί φιλούσιν. αποθνήσκει νέος».

Στις 22 Απριλίου 1811 ο Μπάυρον επιβιβάζεται σ΄ ένα καράβι για τη Μάλτα. Αλλά τι τραγική ειρωνεία! Άρχιζε το ταξίδι του γυρισμού με το ελληνικό πλοίο Ύδρα που μετέφερε στη Μάλτα αρχαιότητες. Παραλήπτης ο λόρδος Έλγκιν που ήδη βρισκόταν στην Αγγλία. Ο φοβερός πολέμιος του Σκώτου βανδάλου ταξίδευε με ένα καινούργιο φορτίο από τα προϊόντα της λεηλασίας του Παρθενώνα. Και κάτι ακόμα. Στην τσέπη του είχε ένα γράμμα του ζωγράφου Λουζιέρι. του αρχικατεδαφιστή των μνημείων της Ακρόπολης, προς τον Έλγκιν! Αργότερα ένιωσε τύψεις γι΄ αυτό. Από τη Μάλτα με τη φρεγάτα Βολάζ σαλπάρησε στις 3 Ιουνίου 1811 για την Αγγλία. Έγραφε από το πλοίο στον φίλο του Χόντζον: «Μου στοίχισε περισσότερο που άφησα την Ελλάδα παρά την Αγγλία». Το πρώτο ταξίδι του λόρδου Μπάυρον στην Ελλάδα έφθανε στο τέλος του. Αποβιβάστηκε στο Πόρτσμουθ, στις 14 Ιουλίου 1811. Έφερε μαζί του ένα σάλι και ροδέλαιο για τη μητέρα του, μάρμαρα για τον Χομπχάους, και για τον εαυτό του ένα μπουκάλι αττικό κώνειο, τέσσερα αθηναϊκά κρανία, υδρίες, τρεις ζωντανές χελώνες και τον υπηρέτη και ερωτικό του σύντροφο Δημήτριο Ζωγράφο, που τον προίκισε -σε μία από τις πολλές διαθήκες του- με πενήντα λίρες τον χρόνο, εφ΄ όρου ζωής.

Ανέμοι ενάντιοι ρίξαν το πλοίο
πάνω στους βράχους τ' άγριου Σουλιού.
Γύρω σκοτάδι, γύρω ερημιά.
Πόσο επικίνδυνη η ξηρά για το καράβι.
Μα πιο πολύ πάνω στο κύμα να καρτερεί.
Διστάζει ο ναύτης, δεν προχωρά,
οι άπιστοι ίσως καραδοκούν.
Τέλος τραβάνε, αν και φοβούνται
μήπως φανούν οι Αρβανίτες,
που, όπως μισούν όμοια και Τούρκους και Χριστιανούς
το επάγγελμά τους: να σφάζουν, πάλι μήπως το θυμηθούν.
Μάταια φοβούνται, γιατί οι Σουλιώτες άπλωσαν χέρι αδερφικό.
Και απ' τους βράχους και από τα έλη τα επικίνδυνα,
απ 'το γκρεμό, τους προφυλάγουν.
Είν' από σκλάβους πολιτισμένους οι πιο φιλάνθρωποι και καλοί
αν και δεν είναι πράοι πολύ.
Φωτιάν ανάψαν και τα βρεμένα ρούχα στεγνώσαν.
Το χαρωπό λύχνο φωτάει.
Και το φαγί τους, κάτω ακούμπησαν αν και απλό.
Μ' αυτό είχαν όλο.
Τέτοιο ένα φέρσιμο λαμπερό άστρο φαντάζει φιλανθρωπίας.

Τσάιλντ Χάρολντ (απόδ. Μ. Κεσίση)

Ωραία Ελλάδα! θλιβερό λείψανο
ενός αφανισμένου μεγαλείου!
Αθάνατη, και ας μην υπάρχεις πια.
Κατάχαμα πεσμένη, αλλά μεγάλη.
Ποιος θα συνάξει κάτω απ' τη σημαία σου
τα διασκορπισμένα παιδιά σου;
Ποιος θα σε λυτρώσει από μια σκλαβιά,
που τη συνήθισες πάρα πολύ;
Ήταν διαφορετικά τα παιδιά σου,
που κάποτε πολεμιστές χωρίς ελπίδα,
αψηφώντας τη μοίρα,
περίμεναν στα στενά του θανάτου,
στις έρημες Θερμοπύλες.
Ω! ποιος θα ξαναβρεί
το ηρωικό αυτό πνεύμα;
Ποιος θα πηδήσει από τις όχθες του Ευρώτα
και θα σε ξυπνήσει μέσα στον τάφο σου;

Τσάιλντ Χάρολντ (απόδ. Δ. Μπαρλάς)

Κόρη γλυκιά των Αθηνών, στον χωρισμού την ώρα,
την πονεμένη μου καρδιά, αχ! δόσε μου την πίσω
ή κράτα την σαν έφυγε απ' τα δικά σου στήθια
και πάρε ό,τι απόμεινε και άκουσε τον όρκο,
όπου θα κάμω φεύγοντας:
-Ζωή μου, σας αγαπώ!

Μα τα μαλλιά τα ξέμπλεκα, που τα γλυκανεμίζουν
οι αύρες οι ολόδροσες του γαλανού Αιγαίου,

μα τα σκούρα ματόκλαδα, τα μαύρα, που χαϊδεύουν
τα μαγουλά σου τα γλυκά, τ' αφράτα, τ' ανθισμένα,
μα τα λεφτένια μάτια σου!
-Ζωή μου, σας αγαπώ!

Μα τα ροδένια χείλη σου, που λαχταράω με πόθο,
μα τη λιγνή τη μέση σου, που 'ναι σα δαχτυλίδι.
μα τα λουλούδια που μιλούν κάλλιο από κάθε στόμα.
μα της αγάπης τις χαρές, που τη φυγή μεθάνε,
μα τους πικρούς της τους καημούς :
-Ζωή μου, σας αγαπώ!

Κόρη γλυκιά των Αθηνών, σ΄ αφήνω γεια και φεύγω
μη με ξεχνάς μον΄ έχε με στο νου σου νύχτα μέρα
αν και πηγαίνω μακριά αν και είμαι για την Πόλη
μου ΄χει η Αθήνα την καρδιά και την ψυχή σκλαβώσει.
Αγάπη τέτοια σώνεται;
-Ζωή μου, σας αγαπώ!


Η Κόρη των Αθηνών (απόδ.: Σ. Στεφάνου)

 

Φωτογραφίες:

ΟΙ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ ΤΟΥ ΜΠΑΫΡΟΝ ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ (1809)

1. Αλή Πασάς (1741 -1822) ο Λέων της Ηπείρου.Χαλκογραφία, του H. Vernet, π. 1825
2. Κυρά-Βασιλική (1793-1843) η Αρχόντισσα της Λίμνης. Ελαιογραφία (λεπτομέρεια), του Th. Couture, π. 1850
3. Αθανάσιος Ψαλίδας ( 1767- 1829) ο Διδάσκαλος του Γένους. Λιθογραφία, ανυπόγραφη, 1872
4. Αθανάσιος Λιδωρίκης ( 1788- 1868) ο σφραγιδοφύλακας του Αλή ελαιογραφία, του Διονύσιου Τσόκου, 1855
5. Μάρκος Μπότσαρης (179Ο- 1823) ο φρουρός του βεζίρη. Λιθογραφία, των Giovanni Boggi και Levilly, 1825
6. Ισμαήλ Μπέης ( 1799-1875) ο εγγονός του Πασσά. Χρωμολιθογραφία (λεπτομέρεια)του L. Dupre. 1819
7. Μεχμέτ Πασάς ( 1801 - 1863) ο δεύτερος εγγονός του Αλή. Χρωμολιθογραφία (λεπτομέρεια). του L. Dupre. 1819
8. Francois Pouqueville (1770- 1838) ο πρόξενος της Γαλλίας. Λιθογραφία (λεπτομέρεια) του L. Dupre. 1819
9. William Martin Leak (1777-1860) ο Βρετανός απεσταλμένος. Ελαιογραφία του C. A. Jensen, 1848