Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Η σχέση ανθρώπου- φύσης στα κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Γυμνασίου
 

του Γιώργου Τσακελίδη, Καθηγητή Φιλολογίας, απόφοιτου Ζωσιμαίας Σχολής Iωαννίνων.

Οι φωτογραφίες είναι του Λάζαρου Σακελλαρίου.



Η φυσικότητα του ανθρώπου, η διαφορά του από τα υπόλοιπα έμβια όντα, έγκειται στη διαμεσολαβημένη από τη “γλώσσα” σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Η γλώσσα, έμφορτη σημασιών και συμβόλων, σημασιοδοτεί την φύση και γίνεται η ίδια προιόν του τρόπου και της ευαισθησίας με την οποία το «λογοτεχνικό υποκείμενο», συλλαμβάνει το «αντικείμενο φύση».
Aν η σχέση του λογοτέχνη με την εποχή του είναι βιωματική και οργανική δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν οι ποικίλες οπτικές γωνίες του χώρου και του χρόνου μέσα από τις οποίες διαθλάται η εικόνα του φυσικού περιβάλλοντος στο λογοτεχνικό κείμενο.
H παραπάνω θέση του Γ. Σεφέρη βρίσκει την πληρότητα της εφαρμογής της στη σχέση των νεοελλήνων λογοτεχνών με τη φύση. Nους, ψυχή, καρδιά, ιστορικό βίωμα, φιλοσοφική ενατένιση, ανάμνηση του αρχαιοελληνικού παρελθόντος καλύπτουν ένα πλατύ φάσμα πρόσληψης και απόδοσης του ελληνικού τοπίου. Tο τελευταίο δεν «φωτογραφίζεται» για τις ανάγκες μιας αφηρημένης φυσιολατρείας, αλλά εντάσσεται οργανικά στις απαιτήσεις του λογοτεχνικού υλικού, υποτάσσεται στον σκοπό της αφήγησης.
Tο τοπίο «βιώνεται» από τους λογοτέχνες ως τόπος και τρόπος ζωής. Σ’ αυτό ενοφθαλμίζονται ευαισθησίες, εμπειρίες, ελπίδες, απογοητεύσεις, απαισιοδοξίες, πίκρες. O ήλιος, η θάλασσα, ο αέρας, τα δένδρα, οι πέτρες εξυψώνονται σε σύμβολα της λογοτεχνικής γραφής έτοιμα να υπηρετήσουν τον λογοτεχνικό σκοπό, το αισθητικό και ιδεολογικό δημιούργημα ως υπέρτατη συγκινησιακή χρήση της γλώσσας.
Oι νεοέλληνες λογοτέχνες αντικρίζουν το ελληνικό τοπίο έχοντας εγκολπωθεί το στίχο του Σολωμού: «Πάντα ανοιχτά πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου».

Στην ποίηση του Eλύτη, γράφει ο κριτικός A. Kαραντώνης, «η φύση αποσπασμένη από τους άξονες της ακινησίας της και από τον άμεσο υποκειμενισμό του ποιητή ξετυλίγεται οργανικά και θεαματικότατα σαν όραμα καταπληκτικό». Τα φυσικά στοιχεία λαμβάνουν ανθρώπινη μορφή και κινούνται αδιάκοπα στο χώρο. Η ερωτική σχέση του ανθρώπου και της φύσης φτάνει στην πληρότητά της. O ήλιος γίνεται το κατ’ εξοχήν σύμβολο της ποιητικής τεχνικής και ενώνει υπό την εποπτεία του τον κόσμο


«Ε, σεις στεριές και θάλασσες
τ’ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές
ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου
Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ»
.....(O ήλιος, Α’ Γυμνασίου)






O ήλιος καθοδηγεί το τρελοβάπορο Ελλάδα στο μακρύ ταξίδι της ιστορίας, σύμβολο ελπίδας κι αισιοδοξίας παρ’ όλες τις δυσκολίες:


«Χρόνους μας ταξιδεύει, δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε.
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε.
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα»
(Το τρελοβάπορο, Β’ Γυμνασίου)


Αυτή η σχέση αλληλεπίδρασης ανθρώπου - φύσης πολλές φορές ετεροκαθορίζεται από την ιστορική μοίρα. Αντικειμενικοί εξωτερικοί, υλικοί παράγοντες και υποκειμενικοί πνευματικοί και ηθικοί καθιστούν ανεκπλήρωτη την ερωτική συνεύρεση ανθρώπου - φύσης.


«O Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε
... ... ...
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη
Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
Με χίλιες βρύσες χυνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει.
Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει
Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της».


Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Δ. Σολωμού η φύση γίνεται πειρασμός για τους αποκλεισμένους αγωνιστές του Μεσολογγίου που όμως υποτάσσονται ηθικά στο χρέος έναντι της πατρίδας. Την ώρα που η φύση βρίσκεται στην πιο γλυκιά της ώρα εκείνοι «που όρισαν στη ζωή τους να φυλάγουν Θερμοπύλες
ποτέ από το χρέος μη κινούντες» είναι αποφασισμένοι να φτάσουν στα έσχατα όρια ψυχικής και σωματικής αντοχής:


«Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε. στα μάτια η μάνα μνέει
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει».
... (Σχεδίασμα Β. Απ. 1, Γ’ Γυμνασίου)


Η «σιωπή» του τοπίου το κάνει δραματικό σκηνικό όπου διεξάγεται ο υπαρξιακός αγώνας του ανθρώπου. Τα στοιχεία της φύσης παίρνουν ανθρώπινη μορφή και ανθρώπινες ιδιότητες. Η φύση ντύνεται με το δέρμα της Ιστορίας:


«Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολευονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο
Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια
σφίγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια...
(Γ. Ρίτσου, Ρωμιοσύνη)



Το τοπίο στον Ρίτσο είναι ένα «ιστορικό» τοπίο. Διαμορφώνεται από την σκληρότητα της ανθρώπινης εμπειρίας που αγωνίζεται συνεχώς για έναν καλύτερο κόσμο. Όμως ακόμα και κάτω από δύσκολες συνθήκες το κοίταγμα της φύσης μπορεί να γίνει πηγή αισιοδοξίας. Αυτό συμβαίνει με το κυκλάμινο σε ένα άγονο και φτωχό περιβάλλον:


«– Κυκλάμινο, κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς πού μίσχο και σαλεύεις;
– Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα στάλα στάλα
μαντίλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα».
(Δεκαοκτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, Α’ Γυμνασίου)

Το ποίημα εκτός από το να δείχνει μια λεπτή αίσθηση της φύσης αναδεικνύει το κυκλάμινο ως σύμβολο. Σύμβολο του ελληνισμού που ριζωμένος στα βράχια της νότιας αυτής πλευράς της Ευρώπης αγωνίζεται για την επιβίωσή του, σύμβολο του αγώνα για ελευθερία και ανεξαρτησία. Η λέξη «γαίμα» συνδέεται άμεσα με την θυσία και την εθελούσια προσφορά της ζωής για χάρη ενός υπέρτατου ιδανικού, την ελπίδα για την τελική νίκη. Μέσα από το στρατόπεδο της Λέρου όπου ήταν εξόριστος καταφέρνει ο ποιητής να μεταδώσει ένα μήνυμα χαράς και αισιοδοξίας.


«Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό».
«Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της.
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή».
«Με τι καρδιά, με τι πνοή
τι πόθος και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας. λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή».
(Γ. Σεφέρη, Άρνηση, Γ’ Γυμνασίου)


Το περιγιάλι (κρυφό, άσπρο σαν περιστέρι, με την ξανθή άμμο) προβάλλεται ως ο ιδανικός τόπος για τη ικανοποίηση των αναγκών (διψάσαμε το μεσημέρι) και την εκπλήρωση των ζωτικών επιθυμιών (γράψαμε τ’ ονομά της) της νεολαίας της εποχής. Όμως αυτές οι επιθυμίες, οι ελπίδες, οι προσδοκίες των νέων από το περιγιάλι - Ελλάδα θα διαψευστούν και θα ματαιωθούν (μα το νερό γλυφό, και σβήστηκε η γραφή). Το τοπίο, στην ποίηση του Γ. Σεφέρη, γίνεται ο χώρος ματαίωσης της επιθυμίας, ο χώρος καταστροφής μιας αυθεντικής ανθρώπινης εμπειρίας. Υποβάλλει μελαγχολικά την αίσθηση της πλήξης, της φθοράς, της απουσίας:


«Τρεις βράχοι, λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και πάρα πάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει.
τρεις βράχοι σε σχήμα πόλης σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη »
(Τρεις βράχοι, Α’ Γυμνασίου)


Άλλοτε η φύση ασκεί ακαταμάχητη έλξη για φυγή από τον κόσμο, για μια νέα ζωή. Η ελληνική θάλασσα ήταν πάντα ένα από τα πιο αγαπημένα θέματα των νεοελλήνων λογοτεχνών. Άλλοτε ήρεμη, άλλοτε φουρτουνιασμένη ήταν σταθερή πηγή έμπνευσης.
Στην ποίηση του Κ. Βάρναλη, η θάλασσα εκφράζει την επιθυμία του ποιητή να φύγει μακριά από τα βάσανα της καθημερινής ζωής:


«Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακριά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση
μακριά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους».


Γι’ αυτό και ο ποιητής την περιγράφει οχι όπως είναι, αλλά όπως θα ήθελε να είναι, με «τ’ άγρυπνα μάτια της ψυχής»:


«Να σ’ αγναντεύω θάλασσα, να μη χορταίνω
απ’ το βουνό ψηλά
στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά»
(Η θάλασσα, Γ’ Γυμνασίου)


Πρόκειται για ένα θαυμάσιο λυρικό υμνολόγημα της θάλασσας.
Την ακατανίκητη έλξη της θάλασσας για περιπέτεια και «αληθινή ζωή» περιγράφει ο Α. Καρκαβίτσας στα «Λόγια της πλώρης» (Β’ Γυμνασίου):
«Ναι! την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα ν’ απλώνεται από το ακρωτήρι ως πέρα, πέρα μακριά, να χάνεται στα ουρανοθέμελα σαν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβή και πάσχιζα να μαθω το μυστικό της. Την έβλεπα οργισμένη άλλοτε, να δέρνει με αφρούς το ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φθάσει στην καρδιά της γης, για να σβήσει τις φωτιές της. Κι έτρεχα μεθυσμένος να παίξω μαζί της, να τη θυμώσω, να την αναγκάσω να με κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της επάνω μου, όπως πειράζομε αλυσοδεμένα τ’ αγρίμια».
Η αγάπη του συγγραφέα για την θάλασσα τον κάνει να αποδίδει σ’ αυτήν ανθρώπινες ιδιότητες (να την θυμώσω, να με κυνηγήσει). O ανθρωπομορφισμός του τοπίου είναι σταθερή συνιστώσα της λοτοτεχνικής περιγραφής. Αναγκαία προϋπόθεση για την ζωντανή έκφραση της αγάπης του ανθρώπου για τη φύση. «Τον άλλο κόσμο, τους στεριανούς με θλίψη τους έβλεπα.
– Ψε!.. έλεγα με περιφρόνηση. Ζούνε τάχα κι εκείνοι!...».
Η αγάπη για τη φύση γίνεται αγάπη για τη ζωή.
Μια «αγάπη νεοχριστιανική», αγάπη για τη ειρήνη και τον άνθρωπο χαρακτηρίζει την ποίηση του Ν. Βρεττάκου. Η φύση απευθύνει «προσκλητήριο» αγάπης στον κόσμο:


«Κοιτάχτε αυτή τη θάλασσα, που δίχως
αχτή λαμποκοπά. κι αυτού του δέντρου
το λύγισμα. με πόση εμπιστοσύνη
δεν κρέμεται στον άνεμο! Κοιτάχτε
τα ράμφη των πουλιών που ακινητούνε
το μεσημέρι, στους σχισμένους βράχους.
... .... ...
Τα μέτωπα αναπνέουν
κι ανθίζουν τα χαμόγελα που πλέκουν
το μέλλον της ζωής! Αγαπηθείτε!...»
(Προσκλητήριο, Γ’ Γυμνασίου)


Το «Προσκλητήριο» αυτό γίνεται πιο κατανοητό αν αναλογιστεί κανείς πως το ποίημα γράφεται τις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και τα σύννεφα της παγκόσμιας σύρραξης συγκεντρώνονται απειλητικά στον ορίζοντα. Η φύση μέσω του ποιητή καλεί τον άνθρωπο να αγαπήσει και να αγαπηθεί, να νιώσει την αρμονία, να ταυτιστεί με την ισορροπία της κοσμικής τάξης που θα διαταράξει σε λίγο η αγριότητα του πολέμου


«Γιατί αδελφοί, να κάνουνε τις νύχτες
στοχαστικές, τις μέρες να βαραίνουν
απ’ τη μελαγχολία τους, τραβηγμένες
στων θαλασσών τις άκρες;
... ... ....
Ας κλείσουμε κι εμείς τον προορισμό μας
καθώς αυτός ο ήλιος εκεί πάνω.
Ας φεύγουμε ανεβαίνοντας και τέλος
ας κάμψουμε τα σύνορα του κόσμου
καθώς εκείνος, μ’ αναμμένα ρόδα!...»
(Προσκλητήριο, Α’ Γυμνασίου)


Στο Σολωμό πάλι η φύση δεν μένει αμέτοχη στη μεγάλη γιορτή του ελληνικού λαού, τη γιορτή της αγάπης, το Πάσχα. Χαρίζει στη ζωή γλυκύτητα και καταδικάζει τον θάνατο στο σκοτάδι:


«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη.
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα»
(Η ημέρα της Λαμπρής, Β’ Γυμνασίου)






Σε άλλους λογοτέχνες η περιγραφή του εξωτερικού φυσικού τοπίου αντανακλά τον εσωτερικό κόσμο του ποιητή. Στο «Τοπίο» του Μ. Παπανικολάου, ο ποιητής μιλά για την μοναξιά και τη θλίψη που περιβάλλουν τον άνθρωπο. O κριτικός Γ. Γεραλής σημειώνει: «Στο τοπίο του βασιλεύει μουντό λυκόφως, κάτι σαν προάγγελος της θανάσιμης νύχτας». Το πιο κατάλληλο τοπίο είναι ο θλιμμένος από τη βροχή κάμπος:


«Στο θλιμμένο κάμπο βρέχει,
βρέχει στις ελιές τις γκρίζες
το νερό σα ρίγος τρέχει
απο τα κλαδιά στις ρίζες.
... ... ...
Μες στον κάμπο τώρα μόνα
τα βαριά περνούνε τρένα,
λες και φέρνουν το χειμώνα
και τη νύχτα από τα ξένα
(Τοπίο, Α’ Γυμνασίου)


Στο ίδιο κλίμα κινείται και ο Κ. Παλαμάς. Το «Μεσολόγγι» είναι συνδεδεμένο με τα παιδικά χρόνια του ποιητή και τις πονεμένες παιδικές μνήμες που ανακαλεί ένα νοσταλγικό βίωμα:


«Στη νησόσπαρτη λίμνη που το μαϊστράλι
από θαλασσινή δυναμωμένο αρμύρα
ταράζει πέρα το φυκόστρωτο ακρογιάλι,
μ’ έριξ’ εκεί πεντάρφανο παιδάκι η Μοίρα.

Εκεί ο βοριάς με τη Νοτιά εκεί η πλημμύρα
σε μάχη με τη ρήχη βρίσκεται μεγάλη
μακριά μες στου πελάγου τον καταποτήρα
του ήλιου χάνεται το υπέρλαμπρο κοράλλι»
(Μεσολόγγι, Γ’ Γυμνασίου)


Στο επίκεντρο της νοσταλγικής αναπόλησης αλλά με συναισθήματα αγάπης, χαράς βρίσκεται η φύση και στον Γρ. Ξενόπουλο.
«Βλέπω ακόμα μπροστά μου το χαρούμενο, το απερίγραπτο αυτό πανηγύρι. Ακούραστοι κι αχόρταγοι τρέχαμε απάνω κάτω με την αδελφούλα μου.
Oι τριανταφυλλιές, σε μακριές σειρές, άνοιγαν τ’ αριστοκρατικά τους μπουμπούκια? ανθούσε ζωηρά τ’ αγιόκλημα, σήκωναν λευκότατο κεφάλι οι κρίνοι και στον μοσχοβολισμένο αέρα βομβούσαν αμέτρητα χρυσοπράσινα έντομα.
Η φύση μας μιλούσε με χίλια στόματα, με χίλιες φωνές. Μας πλημμυρούσε της ζωής η ευφροσύνη και της αγάπης:
― Ζήσετε, παιδιά μου, αγαπημένα και χαρούμενα. Η αγάπη είναι η μόνη αληθινή ευτυχία σ’ αυτόν τον κόσμο».
(Το περιβόλι μας, Α’ Γυμνασίου)

Αυτή η προτροπή να χαιρόμαστε ό,τι ωραίο και όμορφο μας προσφέρεται από τη φύση, χωρίς να λυπόμαστε που φεύγει, υπάρχει και στην ποίηση του Τ. Άγρα:


«Η Άνοιξη, περαστικιά
απ’ το σπίτι
έσυρε μια χαρακιά
στο φεγγίτη.
Άγιασε τα χώματα
μ’ άγια μύρα
κι ειν’ ευκές τα χρώματα
γύρα γύρα».
«Άδειασε κι εδώ κι εκεί
τόσα δώρα
και σα μοίρα στοργική
φεύγει τώρα
–στην καλή της ώρα».
(Η άνοιξη περαστικιά... Α’ Γυμνασίου)


Oι επισκέπτες των ελληνικών τόπων δεν θαυμάζουν μόνο τις φυσικές ομορφιές, τον ήλιο και τη θάλασσα. Γοητεύονται από το λαμπρό ιστορικό παρελθόν του τόπου:


«Η θάλασσα είναι δω η πηγή της νιότης, η κοιτίδα
της Αφροδίτης, της Σαπφώς το μνήμα.
Τη Μεσόγειο ποτέ, των θαλασσών τη θάλασσα
με πιο στρωτό, πιο αστραφτερό δεν είδες κύμα.
Σαν μια λύρα στημένη αντίκρυ στο Αρχιπέλαγο
του θείου ναού τα ερείπια λαμπυρίζουν.
σειρά οι κολόνες λιοπερίχυτες
την παναιώνια μελωδία της θάλασσας τονίζουν».
(Γ. Γκούλμπεργκ, Σούνιο, Β’ Γυμνασίου)


Το φυσικό περιβάλλον καθορίζει την ιστορική μοίρα και τον χαρακτήρα του περήφανου λαού.
...«Από την κοιλάδα της Σπάρτης, όπου κάνει φιδίσιους ελιγμούς ο Ευρώτας, και που απλώνεται σαν μια θάλασσα πρασινάδας, ο Ταΰγετος σηκώνεται ανεμπόδιστος, ίσιος, ωραίος και δυνατός –με μια περήφανη ανάταση– ίσαμε το ύψος των χιονοσκεπασμένων κορυφών του. Καθώς υψώνεται θεόρατος και δυνατός σκιάζοντας τη μεγάλη πεδιάδα, φαντάζει σαν μια έμψυχη παρουσία, σαν να είναι ο τιτανικός φρουρός της. Έτσι εξηγείται το πολεμικό θαύμα της αρχαίας Σπάρτης. Αληθινά, αφού δει κανείς τον Ταΰγετο, εννοεί καλύτερα πως η φυλή αυτή υπήρξε εξαίσια ανδρική, περήφανη, λιτή, αυστηρή και πολεμόχαρη που έζησε στην κοιλάδα αυτή της Σπάρτης χωρίς να νιώσει ποτέ την ανάγκη να περιτειχίσει ακροπόλεις. Oι άνθρωποι που αντίκριζαν καθημερινά τον Τιτάνα που λεγόταν Ταΰγετος, που ανέπνεαν τον αέρα που κατεβαίνει απ’ τις κορφές του, δεν ήταν δυνατόν να μη αναπτυχθούν σε χαλύβδινους και περήφανους πολεμιστές»...
(Κ. Oυράνη, O Ταΰγετος, Α’ Γυμνασίου)

O Κ. Oυράνης έχει γράψει για τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις: «Από τους τόπους που επισκεπτόμουν δεν ζητούσα να δω παρά μόνο το ποιητικό και το γραφικό τους στοιχείο. Γι’ αυτό και οι εντυπώσεις μου απ’ αυτούς είναι συναισθηματικές εντυπώσεις από τα τοπία τους, τα μνημεία του παρελθόντος, τις παλιές πολιτείες που ζούνε στο περιθώριο του καιρού μας».

O παρατηρητικός επισκέπτης του ελληνιού χώρου θα ’χει προσέξει ότι η θέα, το νερό και τα δέντρα είναι «σημάδια του τόπου» ενωμένα με τους ιερούς τόπους:
«Τα περισσότερα βουνίσια χωριά έχουν το «αγνάντι» τους, ένα μέρος ανοιχτό με θέα, όπου κάθονται και αγναντεύουν... Η εκκλησία και το δέντρο είναι πράγματα αξεχώριστα στο ελληνικό τοπίο. Το δέντρο σημαδεύει, μπορεί να πει κανείς, την εκκλησιά: όταν δεις από μακριά ένα ή και περισσότερα πανύψηλα κυπαρίσσια, θα μαντέψεις σωστά την παρουσία μιας εκκλησιάς που υπάρχει ακόμη ή κάποτε υπήρξε».
(Α. Κυριακίδου - Νέστορος, Σημάδια του τόπου, Α’ Γυμνασίου).

Το ελληνικό τοπίο και ιδιαίτερα το θαλασσινό είναι μια πρόκληση για τον ταξιδιώτη να κρατά σε εγρήγορση την ευαισθησία και την παρατηρητικότητά του ώστε να συλλαμβάνει και την παραμικρή λεπτομέρεια:


«Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα,
κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση
έλυτρα χρυσά του Αυγούστου στο μεσημεριάτικο ύπνο
με φύκια ή όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος
φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, που διαβάζει ακόμη,
στην ειρήνη του κόσμου των νερών «έχει ο Θεός».
(Oδ. Ελύτη, Έχει ο Θεός)


Το καλοκαίρι, η πιο «υπερρεαλιστική» εποχή του χρόνου, συναντά το πανέμορφο αιγαιοπελαγίτικο τοπίο μέσα από την ποίηση του Ελύτη. Γράφει σχετικά ο Μ. Αυγέρης: «Ένα ασυννέφιαστο άχολο όραμα είναι ο κόσμος του· το τοπίο του πλημμυρίζει από μεσημεριανό φως κι οι εικόνες του έχουν κρυστάλλινη διαύγεια· νεανική δροσιά με αισιοδοξία φανερώνουν τα αισθήματά του».
Για το ποίημα του Α. Σικελιανού «Αλαφροΐσκιωτος» που είναι μια λυρική αυτοβιογραφία του έφηβου ποιητή σημειώνει ο Λ. Πολίτης: «Η φύση –το νιώθεις παντού– δεν είναι ένα ξένο αντικείμενο που ο ποιητής το θεάται με θαυμασμό ή το λατρεύει αλλά υπάρχει ανάμεσά τους μια «λαγαρή επικοινωνία» που έχει το χαρακτήρα μιας «άσκησης βαθιάς και ευλαβικής»:




.............

«Βουνά ξεσκάφτει το τσαπί,
χτυπάει το μελισσόχορτο,
αναπηδά το ευώδισμα
στο λαγαρόν αιθέρα.
Παντού ο λαός. και λάτρεψα
και στη λαχτάρα μου είπα:
«Βάλε το αυτί στα χώματα.
Και φάνη μου πως η καρδιά
της γης βαριά αντιχτύπα.
Κι έβλεπα πάνω απ’ την κορφή
βαθιά τη πλάση πάσα
τον ουρανόν ανάσαινα
και δεν μου ακούγονταν η ανάσα».
... ....
(Τα γύρα μου, Γ’ Γυμνασίου)


Αυτή η μυστική ένωση του ανθρώπου με τη φύση είναι δυνατή γιατί τα φυσικά στοιχεία πλησιάζουν τον άνθρωπο για να ολοκληρώσουν την ευτυχία του:


«Παίζει απόψε το φεγγάρι
μέσα στην κληματαριά
που ’ναι να το πιεις αλήθεια
στο ποτήρι!
Κι όχι τόσο γιατί παίζει
στην κληματαριά
όσο γιατί φέγγει δίπλα
σ’ ένα παραθύρι»
(Μ. Μαλακάκη, Παίζει απόψε το φεγγάρι, Β’ Γυμνασίου)

«Μια μυγδαλιά και δίπλα της
εσύ. Μα πότε ανθίσατε;
Στέκομαι στο παράθυρο
και σας κοιτώ και κλαίω
Τόση χαρά δεν την μπορούν
τα μάτια.
Δωσ’ μου, Θεέ μου,
όλες τις στέρνες τ’ ουρανού
να στις γιομίσω».
(Ν. Βρεττάκου, Μια μυγδαλιά, Β’ Γυμνασίου)


Ακόμα περισσότερο. Η ένωση του ανθρώπου με τη φύση αποκαλύπτει τη σχέση του με την ιστορία. «Το λιτό ελληνικό τοπίο, το ξερό χώμα, η γυμνή πλαγιά του βουνού, το σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη, οι αρχαίοι χώροι, τα ερείπια των αρχαίων κάστρων, τα σπασμένα μάρμαρα, τ’ αγάλματα των προγόνων, τα μουσεία γίνονται», γράφει για την ποίηση του Γ. Σεφέρη ο Α. Καραντώνης, «τα οπτικά στοιχεία της ποίησης αυτής, τα φανερά της σύμβολα. O Σεφέρης δεν ήρθε να παίξει το ρόλο του ζωγράφου ή νεοέλληνα ηθογράφου. Μέσα σ’ αυτή την αφή του με το υλικό σώμα της Ελλάδας θέλησε να συμπυκνώνει όλες τις αγωνίες, όλα τα καρδιοκτύπια του, όλες τις έγνοιες του, όλες τις διαπεραστικές ματιές για τη μοίρα και την πορεία της φυλής, μια μοίρα τόσο ξέχωρα σημαδεμένη από μια ανελέητη τραγικότητα»:


«Περάσαμε κάβους πολλούς, πολλά νησιά, τη θάλασσα
που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες
(Περάσαμε κάβους, δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς πολλούς, Β’ Γυμνασίου)
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν, το Μεγαλέξαντρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.
Αράξαμε σ’ ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά,
με καλαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας».

Η πικρή γεύση που καταγράφεται στο σώμα της Ελλάδας είναι η περιπέτεια της μικρασιατικής καταστροφής. Όμως ο ποιητής διατηρεί την αισιοδοξία του μέσα από  εικόνες - σύμβολα του ελληνικού τοπίου:


«Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει
λίγο ακόμα
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα»
(Λίγο ακόμα, Γ’ Γυμνασίου)


«Η ουσία του νεοελληνικού τραγικού είναι η αδυναμία μας όχι μόνο να βαστάξουμε τη νοσταλγία των νεκρών μέσα μας που έγινε ένα με την ανάσα μας, όπως τα χέρια μας ένα «με τα κουπιά και τους σκαρμούς» της ατέλειωτης Oδύσσειάς τους, μα να σηκώσουμε ξανά ως το δικό τους ανάστημα και να πραγματοποιήσουμε τον πόθο τους» γράφει ο Γ. Θέμελης.
Το λυγμό του, που προέρχεται από τη συγκίνησή του, τον παρουσιάζει σαν λυγμό αυτών των απραγματοποίητων ονείρων κι ελπίδων ο Κ. Πολίτης (Η εκδρομή, Α’ Γυμνασίου). Τόπος η Σμύρνη. Χρόνος, λίγο πριν από την μικρασιατιή καταστροφή:
«...Λίγο σπανό χορτάρι εδώ μέσα, μ’ εδώ κι εκεί ένα μικρό μπουλούκι, απελπισμένες παπαρούνες μισομαδημένες. O κύριος Δερβέρης εξήγησε στα παιδιά, πως εδώ «κατά πάσαν πιθανότητα» βρισκότανε το αρχαίο θέατρο, και πως σ’ αυτό το λόφο ήταν χτισμένη η ακρόπολη της παλιά ξακουσμένης πολιτείας....
O κύριος Κουρμέντιος σηκώθηκε:
– Όρθιοι, και σιγή ενός λεπτού, δια να τιμήσωμεν την δόξαν της αρχαίας Ελλάδας. Εις το θέατρον τούτο αντήχουν αι τραγωδίαι του Αισχύλου και του Σοφοκλέους. Εδώ έψαλλε τα αθάνατα έπη του ο Μελησιγενής Όμηρος...
Αφού πέρασε το ένα λεπτό ο κύριος Κουρμέντιος έδειξε χάμω με την παλάμη του ανοιχτή:
–Αμανατζή! Το άλλο, το υψηλότερον όρος ανατολικότερον;
– Το Μποζ Νταγ, κύριε;
– Ναι. Την ελληνικήν ονομασίαν του.
– Λέγε, Μαυρέα.
– Τμώλος, κύριε.
– Εύγε! Άνοιξε τα μπράτσα του διάπλατα κι αγκάλιασε το μισό ορίζοντα.
– Όλα αυτά ήσαν ελληνικά. Όλα αυτά (η φωνή του τρεμουλιαστή ξαφνικά, τα μάτια του γυαλίσανε από δάκρυα που πάσχιζε να τα συγκρατήσει) ήσαν, είναι και θα είναι ελληνικά...
Γύρισε από την άλλη, για να κρύψει τη συγκίνησή του, και τελείωσε μέσα σ’ ένα λυγμό –σαν να μην ήτανε δικός του ο λυγμός, μα σαν ν’ ακούγανε τα λόγια του και να θρηνούσανε από τώρα τα όνειρα κι οι αλήθειες:
–... εις αιώνα τον άπαντα». O καημός της Ρωμιοσύνης, πικρός και σκληρός. Κάθε κομμάτι της ελληνικής γης από το πιο μικρό έως το πιο μεγάλο δείχνει το δεσμό του ανθρώπου με την πατρίδα ακόμα κι αν καταργηθούν τα σύνορα:


«Το κάθε βότσαλο, λείο ή τραχύ, το λέω πατρίδα,
τα φύκια αυτά τα ονομάζω πατρίδα
ζεστή και φωτεινή και μες στη συννεφιά της.
το κύμα, που σ’ όλες τις πόρτες του βράχου μουγκράει.
τον καρπό το μελίγευστο - πατρίδα.
της πικροδάφνης, το μίλημα, σα γέλιο παιδιού ή ερύθυμα κόρης,
τα σπίτια με τα βασιλικά και τα ηλιοτρόπια - πατρίδα
κι ο ιδρώτας είναι πέτρα πολύτιμη στων χωρικών μας τα μέτωπα!...>
(Σ. Παυλέα, Πατρίδα, Α’ Γυμνασίου)


Η πραγματική πατρίδα του ανθρώπου είναι η γη κι ο κόσμος. Από τη στιγμή όμως της γέννησής του ο άνθρωπος, έχοντας συνείδηση του θάνατου, παίρνει αποστάσεις από τον κόσμο. Θραύει την πρωταρχική του ενότητα, τον κάνει αποσπασματικό. O χωρισμός είναι η μοίρα του ανθρώπου, η ανθρώπινη καταβολή και ουσία. O άνθρωπος ορίζεται ως «τιθέναι χωρίς». Γι’ αυτό και η ανθρώπινη ψυχή διακατέχεται από μια νοσταλγία του απείρου και της αιωνιότητας.
Αυτή η απόσταση ανθρώπου - κοσμικής τάξης, που συνιστά την απαραίτητη προϋπόθεση της παρουσίας του ανθρώπου ως ιστορίας, αίρεται με την κατάφαση του θανάτου ως στοιχείου της ύπαρξής μας και επανένωσης με τον κόσμο με την αρμονική κοσμική τάξη. Με την υπερνίκηση του οντολογικού χωρισμού ο άνθρωπος επιστρέφει στον κόσμο:


«Πατρίδες! Αέρας, γη, νερό, φωτιά! Στοιχεία
αχάλαστα, και αρχή και τέλος των πλασμάτων,
σα θα περάσω στη γαλήνη των μνημάτων
θα σας ξανάβρω, πρώτη και στερνή ευτυχία!
Αέρας μέσα μου ο λαός των ονειράτων
στον αέρα θα πάη. θα πάη στην αιωνία
φωτιά, φωτιά κι ο λογισμός μου, τη μανία
των παθών μου θα πάρ’ η λύσσα των κυμάτων.
Το χωματόπλαστο κορμί χώμα και κείνο,
αέρας, γη, νερό φωτιά θα ξαναγίνω,
κι απ’ των ονείρων τον αέρα, κι απ’ την πύρα
του λογισμού, κι από τη σάρκα τη λιωμένη,
κι απ’ των παθών τη θάλασσα πάντα θα βγαίνη
ήχου πνοή, παράπονο, σαν από λύρα».

(Κ. Παλαμά, Πατρίδες)