Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΤΟ ΥΓΡΟΤΟΠΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ
 

του Απόστολου Κατσίκη
Καθηγητού του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, αποφοίτου της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων



1. Το γεωγραφικό υπόβαθρο
Η περιοχή στην οποία εκτείνονται τα υδρογραφικά δίκτυα των ποταμών Καλαμά και Αχέροντα, καθώς και η ενδιάμεση παράκτια ζώνη, καταλαμβάνει το βορειοδυτικό και δυτικό τμήμα του γεωγραφικού διαμερίσματος της Ηπείρου.
Η Ήπειρος αποτελεί το πλέον ορεινό τμήμα της Ελλάδος, τα 9/10 του εδάφους της έχουν υψόμετρο μεγαλύτερο των 800 μ. ενώ περισσότερες από 15 κορυφές έχουν υψόμετρο άνω των 2.000 μ. Σε συνολική επιφάνεια 9.203 τ.χλμ. τα 7.080 τ.χλμ., ήτοι το 77% αντιστοιχεί σε ορεινές εμφανίσεις, το 13% (1200 τ.χλμ.) είναι ημιορεινές και μόλις το 10% αντιστοιχεί σε πεδινές εκτάσεις.
Το ανάγλυφο της Ηπείρου καθορίζεται από σειρά ορεινών όγκων ανάμεσα τους οποίους δεσπόζει η Πίνδος, που με τις προεκτάσεις της εκτείνεται με ΒΔ-ΝΑ κατεύθυνση σε όλο το μήκος της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ο ορεινός όγκος της Πίνδου διαθέτει πληθώρα κορυφών οι σημαντικότερες των οποίων από Β προς Ν είναι: ο Γράμμος (2520 μ, η Κιάφα ( 2398 μ.), ο Σμόλικας (2637 μ.), η Τύμφη ή Γκαμήλα (2497 μ.), ο Λάκμος ή Περιστέρι (2295 μ.), και το συγκρότημα των Τζουμέρκων στα ΝΑ (2469 μ.). Στα δυτικά και κεντρικά της Ηπείρου εμφανίζονται επίσης σημαντικοί ορεινοί όγκοι όπως η Μερόπη ή Νεμέρτσικα (2198 μ) νοτιότερα ο Τσαμαντάς ή Μουργκάνα (1806 μ.) τα όρη των Φιλιατών (1064 μ.)-Πάργας (927 μ.)- Παραμυθιάς (1658 μ.) -Σουλίου (1615 μ.)-Θεσπρωτικά (1274 μ.). Τέλος στο εσωτερικό της Ηπείρου το ορεινό ανάγλυφο διαμορφώνεται από τον Κασιδιάρη (1329 μ.), τα όρη των Κουρέντων (1172 μ.), τον Τόμαρο ή Ολύτσικα (1974 μ.) και το Μιτσικέλι (1810 μ.).
Το υπόλοιπο τμήμα της Ηπείρου που ανήκει στην ημιορεινή ζώνη καλύπτεται από οροπέδια όπως του Ζαγορίου, των Ιωαννίνων, ή επιμήκεις κοιλάδες δημιουργήματα των ποταμών. Οι λίγες πεδινές εκτάσεις της Ηπείρου εκτείνονται κυρίως στις παράκτιες περιοχές και αποτελούν ουσιαστικά δημιουργήματα των αποθέσεων των ποταμών.
Η Ήπειρος διαρρέεται από πέντε βασικούς ποταμούς τον Αώο με τους παραποτάμους του Βοϊδομάτη και Σαραντάπορο στο βόρειο τμήμα της, τον Άραχθο με παραποτάμους τον Ζαγορίτικο και Καλαρρύτικο, στα ανατολικά και νότια, το Λούρο στα νότια, τον Καλαμά στα βορειοδυτικά- δυτικά με παραποτάμους το Σμολίτσα και Τύρια και τον Αχέροντα στα νοτιοδυτικά με τους παραποτάμους του Κωκυτό και Ντάλα.
Η μορφολογία της Ηπείρου δεν αφήνει περιθώρια για το σχηματισμό σημαντικού μεγέθους λιμνών. Η σπουδαιότερη είναι η Παμβώτις ή Λίμνη των Ιωαννίνων (20 τ. χλμ.) που κατέχει το κεντρικό τμήμα του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων. Επίσης τα τελευταία χρόνια λόγω ανθρωπογενών παρεμβάσεων (δημιουργία φραγμάτων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας) έχουν σχηματισθεί οι τεχνητές λίμνες των Πηγών Αώου βόρεια του Μετσόβου και του Πουρναρίου (Άραχθος) βόρεια της Άρτας.

2. Το Κλίμα
Λόγω της μορφολογίας και της γεωγραφικής θέσης της η Ήπειρος δέχεται, ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες, πολλές βροχοπτώσεις όπως και χιονοπτώσεις. Αποτελέσματα των συγκεκριμένων μετεωρολογικών και κλιματικών συνθηκών είναι η δημιουργία- ύπαρξη ενός πλούσιου υδρογραφικού δικτύου. Η θερμότερη περίοδος αντιστοιχεί στο καλοκαίρι και η ψυχρότερη στο χειμώνα.

3.Ο Καλαμάς
Ο Καλαμάς έχει τις πηγές του στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού Ιωαννίνων, στις νότιες υπώρειες του βουνού Δούσκου (περιοχή Πωγωνίου). Ακολουθεί αρχικά παράλληλη πορεία προς τις δύο οροσειρές Μιτσικελίου και Κασιδιάρη, αποστραγγίζοντας τη λεκάνη που σχηματίζεται ανάμεσα στα δύο αυτά βουνά, στη συνέχεια κατέρχεται από την κοιλάδα του χωριού Παρακάλαμος και εισέρχεται στην κοιλάδα του χωριού Μαζαράκι. Εδώ δέχεται τα νερά του παραποτάμου του Σμολίτσα στις βόρειες υπώρειες των Κουρέντων, στρέφεται προς τα δυτικά δέχεται τα νερά του Τύρια που έρχεται από τα νότια καθώς και άλλων μικρότερων ρευμάτων όπως και του Κουσοβίτικου από τα βόρεια. Διασχίζει την ευρύτερη περιοχή Φιλιατών-Παραμυθιάς,την προσχωσιγενή πεδιάδα της Ηγουμενίτσας στο νομό Θεσπρωτίας όπου ενώνεται και με τον Καλπακιώτικο και εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος νότια της Σαγιάδας σχηματίζοντας χαρακτηριστικό Δέλτα.

4. Σημαντικοί βιότοποι Δέλτα και Στενών Καλαμά

Λιμνοθάλασσες: Βρίσκονται στην περιοχή της παλαιάς κοίτης και χαρακτηρίζονται από την παρουσία περιοχών με αλοφυτική βλάστηση. Πρόκειται για ζώνη βλάστησης που παρατηρείται σε εδάφη με υψηλή αλατότητα είτε κατά μήκος των όχθων είτε σε νησίδες. Ο οικότοπος αυτός περιλαμβάνεται στους τύπους οικοτόπων της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και αποτελεί τύπο προτεραιότητας (Natura 2000: 1150) λόγω της επιτακτικής ανάγκης διατήρησης ή και αποκατάστασής του σε ικανοποιητικό επίπεδο. Τα κυρίαρχα φυτικά είδη που παρατηρούνται είναι τα: Potamogeton pectinatus (Ποταμογείτων), Ruppia maritima (Μακρόφυτα), Arthrocnemum macrostachyum και Sarcocornia perennis.
Σημαντική είναι η συνεισφορά του Δέλτα στην προστασία και διατήρηση 170 ειδών ορνιθοπανίδας. Στο συγκεκριμένο τύπο οικοτόπου συναντούμε τον Αργυροπελεκάνο στη νέα εκβολή του ποταμού, το Νανογλάρονο και το Ποταμογλάρονο που αναπαράγονται στην περιοχή καθώς και τη Χουλιαρομύτα που εμφανίζεται κατά τη μετανάστευση και πιθανόν να αναπαράγεται.

Αλμυρά και Υφάλμυρα Έλη: Αυτός ο τύπος είτε σχηματίζει νησίδες σε μικρή απόσταση από την ακτή είτε απαντάται σε παράκτιες περιοχές. Χαρακτηριστικό φυτικό είδος του συγκεκριμέμου οικότοπου είναι η Αρμυρίθρα. Πρόκειται για σαρκώδες φυτό που φυτρώνει σε παράκτιες περιοχές και υγροτόπους που δέχονται την επίδραση του αλμυρού νερού, ενώ η γεύση του θυμίζει αλμυρό σπαράγγι. Οι σπόροι του φυτού αποτελούν πολύτιμη τροφή για παρυδάτια και μικροπούλια. Επίσης στην περιοχή παρατηρούνται το Limonium narbonense και διάφορα αγρωστώδη όπως το Puccinellia festuciformis. Σε ζώνες κοντά σε αρδευτικές διώρυγες αναπτύσσονται βούρλα. Στα βόρεια της νέας κοίτης του ποταμού υπάρχουν υφάλμυρα έλη, τα οποία δημιουργήθηκαν από την είσοδο γλυκού νερού σε περιοχές που παλαιότερα ήταν αλίπεδα (αλμυρά λιβάδια). Οι τύποι της βλάστησης που παρουσιάζονται είναι : α) Κοινότητα με Scirpus maritimus και Juncus subulatus β) Καλαμώνες με Phragmites australis (αγριοκάλαμο) ή / και Typha domingensis (Ψαθί) γ) Δασύλλια με είδη Tamarix (Αρμυρίκια). Είναι σημαντικός τύπος βλάστησης γιατί στη νέα εκβολή του Καλαμά στις συστάδες με είδη Tamarix βόσκουν άλογα (Equus caballus). Πρόκειται για μια από τις λιγοστές περιοχές της χώρας όπου υπάρχουν ακόμη ελεύθερα άλογα σε άγρια κατάσταση.
Οι καλαμώνες της περιοχής αποτελούν ιδανικό τόπο διατροφής και φωλιάσματος για αρκετά είδη Anatidae (πάπιες). Κατά την μετανάστευση πιθανολογείται η παρουσία ενός παγκοσμίως απειλούμενου είδους, της Λεπτομύτας (Numenius tenuirostris). Πρόκειται για ένα μεσαίου μεγέθους παρυδάτιο που οι πληθυσμοί του μειώνονται δραματικά τα τελευταία 20 χρόνια και σήμερα αποτελεί το σπανιότερο τουρλί του κόσμου.

Υγρά λιβάδια: Στην περιοχή του Καλαμά ο οικότοπος των υγρών λιβαδιών έχει υποστεί μεγάλη υποβάθμιση και σε μεγάλο ποσοστό έχει καταστραφεί. Χαρακτηριστικά φυτικά και ζωϊκά είδη που απαντώνται είναι τα Lolium multiflorum (πολύανθη ήρα) και Rumex conglomeratus. η Αβοκέτα (Recurvirostra avosetta), ο Καλαμοκανάς (Himantopus himantopus), η Πετροτριλίδα (Burhinus oedicnemus) και το Νεροχελίδονο (Glareola pratincola) τα οποία αναφέρονται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλόζωων της Ελλάδας ως Τρωτά είδη. Ενδεικτική είναι και η παρουσία της Μικρογαλιάντρας (Calandrella brachydactyla), ανήκει στα Στρουθιόμορφα και προτιμά να φωλιάζει στο έδαφος. Στα υγρά λιβάδια απαντάται και ο ηπειρωτικός λιμνοβάτραχος (Rana epeirotica), πρόκειται για ενδημικό είδος των βαλκανίων.

Η δημιουργία καλλιεργήσιμων εκτάσεων και οι οικιστικές πιέσεις αποτελούν τα σημαντικότερα αίτια απώλειας ή υποβάθμισης των υγρολιβαδικών εκτάσεων.

Παραποτάμια Δάση: Στο Δέλτα, εξαιτίας της επέκτασης των καλλιεργειών υπάρχουν υπολείμματα παραποτάμιων δασών περιορισμένα σε στενές ζώνες. Σε αυτή την περιοχή αλλά και στα Στενά του ποταμού συναντούμε είδη όπως: ο πλάτανος, το κλήθρο ή σκλήθρο και η ασημοϊτιά. Ανάμεσα στις καλλιέργειες και τους λόφους παρατηρούνται δάση με Φτελιά, σε μορφή φυτοφραχτών αποδίδοντας ιδιαιτερότητα στο τοπίο. Σε αυτά τα δάση βρίσκουν καταφύγιο καρδερίνες, λούγαρα όπου τρέφονται με τους καρπούς των πλατανιών και των κλήθρων και σπίνοι. Η παραποτάμια βλάστηση, σε συνδυασμό με τις καλλιέργειες, τα κανάλια νερού και τις διάφορες συστάδες δέντρων προσελκύουν και έναν σημαντικό αριθμό ειδών πανίδας. Το νερόφιδο, το κυβόφιδο και η ποταμοχελώνα είναι χαρακτηριστικά είδη ερπετοπανίδας. Ο ασβός, η αλεπού, το κουνάβι και ο σκαντζόχοιρος είναι κάποια από τα θηλαστικά που έχουν παρατηρηθεί. Τα παραποτάμια δάση αποτελούν σημαντικό βιότοπο για τον μυοκάστορα και τη βίδρα ή αλλιώς ποταμόσκυλο. Σύμφωνα με την Διεθνή Ένωση Διατήρησης της Φύσης (IUCN) η βίδρα θεωρείται "τρωτό" είδος λόγω της σπανιότητας και της μείωσης των πληθυσμών της. Το νομικό καθεστώς προστασίας της στην Ελλάδα την κατατάσσει στα "αυστηρά προστατευόμενα είδη".

Δρυοδάση: Ο οικότοπος αυτός καταλαμβάνει το τμήμα προς τα ανάντη των Στενών και καλύπτει το 25% της έκτασης της περιοχής. Η Πλατύφυλλη δρυς αποτελεί το κυρίαρχο είδος των δρυοδασών. Στην περιοχή συγκροτεί συστάδες στις οποίες συμμετέχουν και άλλα δενδρώδη είδη όπως: η ασπροβελανιδιά, η τουρκοβελανιδιά ή τσέρο (Quercus cerris) και ο ανατολικός γαύρος ή σκυλόγαυρος . Νωρίς την άνοιξη, λίγο πριν βγουν οι νέοι βλαστοί και τα φύλλα στα δρυοδάση, οι ανεμώνες και οι αγριοκρίνοι κάνουν την εμφάνισή τους σε ομάδες χαρίζοντας ιδιαίτερη ομορφιά στο τοπίο. Έχουν καταγραφεί και υπερώριμα άτομα του είδους Castanea sativa (καστανιά), τα οποία αποτελούν στοιχεία σημαντικής οικολογικής αξίας. Στο συγκεκριμένο οικότοπο φωλιάζουν τρία είδη αετών που απαντώνται στην περιοχή και προστατεύονται από την κοινοτική νομοθεσία: ο φιδαετός, ο χρυσαετός και ο σπιζαετός. Επίσης, στα δρυοδάση της περιοχής φιλοξενείται ο δασομυωξός (Glis glis) και ο σκίουρος.

Φρύγανα και "μακκί": Καταλαμβάνουν εκτάσεις στους λόφους της πεδιάδας του δέλτα. Κυρίαρχα είδη μακκίας βλάστησης στην περιοχή είναι τα: Quercus coccifera (πουρνάρι), Phillyrea latifolia (φιλίκι) και Fraxinus ornus (φράξος ή μελιός). Στην περιοχή των Στενών, τα υψηλά "μακκί" καταλαμβάνουν τις μεγαλύτερες εκτάσεις. Πρόκειται για σχηματισμούς με δενδρώδη και θαμνώδη μορφή σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα που παρατηρούνται σε απότομες πλαγιές χαρίζοντας ιδιαίτερη αισθητική αξία στο τοπίο. Η αριά (Quercus ilex) συνυπάρχει με τα είδη Quercus coccifera (πουρνάρι) και Phillyrea latifolia (φιλίκι) δημιουργώντας πολύ καλές συστάδες σε κλειστή μορφή. Φρύγανα συναντούμε σε μικρές εκτάσεις μεταξύ βραχωδών βιοτόπων και παραποτάμιων συστάδων και σε υψηλότερες θέσεις κοντά στα όρια της περιοχής Στενά Καλαμά. Κυριαρχεί η ασφάκα.
Ο κότσυφας (Turdus merula), η ασπροκωλίνα (Oenanthe hispanica), ο κατσουλιέρης (Galerida cristata) είναι κάποια από τα είδη πτηνών που παρατηρούνται στις περιοχές με φρύγανα και μακκί. Σημαντική είναι η συνεισφορά του οικοτόπου στην ερπετοπανίδα της περιοχής με ενδεικτικό είδος την κρασπεδοχελώνα (Testudo marginata), η οποία απαντάται μόνο στην Ελλάδα και τη Σαρδηνία. Είναι ένα από τα σημαντικότερα είδη της χώρας μας και προστατεύεται από την κοινοτική νομοθεσία. Η κερκυραϊκή σαύρα (Algyroides nigropunctatus) και η τρανόσαυρα (Lacerta trilineata) είναι από τα πιο κοινά είδη στην περιοχή.

Βραχώδεις περιοχές: Αυτός ο τύπος οικοτόπου απαντάται στα Στενά Καλαμά, στο φαράγγι του ποταμού. Αποτελείται κυρίως από χασμοφυτική βλάστηση, με μικρή φυτοκάλυψη. Πρόκειται για τη βλάστηση των ασβεστολιθικών βράχων που φιλοξενεί πολύ εξειδικευμένη χλωρίδα σε είδη. Στη χλωριδική σύνθεση του οικοτόπου συμμετέχουν είδη όπως: Campanula versicoloris, Centranthus rubber (Κέντρανθος) και ενδημικά είδη των Βαλκανίων όπως: Asperula chlorantha, Moltkia petraea (Μόλτκια η πετρώδης).
Οι οικότοποι των Στενών δημιουργούν ένα ιδανικό μωσαϊκό με ικανοποιητικές συνθήκες για τη διαβίωση αρπακτικών ειδών. Στα βραχώδη μέρη συναντά κανείς τον ασπροπάρη (Neophron percnopterus), το όρνιο (Gyps fulvus) και τον πετρίτη (Falco peregrinus). Πρόκειται για είδη που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος I της οδηγίας 79/409 "για την διατήρηση των άγριων πτηνών".

5. Οικολογική αξία των Στενών και Δέλτα Καλαμά
Οι περιοχές Στενά και Δέλτα Καλαμά παρουσιάζουν ιδιαίτερο κοινοτικό ενδιαφέρον και ανήκουν στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Προστατευόμενων Περιοχών NATURA 2000, με κωδικούς GR2120004 και GR2120001 αντίστοιχα, λόγω των σημαντικών τύπων οικοτόπων και των σπάνιων ειδών χλωρίδας και πανίδας.
Ο υγρότοπος των εκβολών του Καλαμά αποτελεί ένα ιδιαίτερο τοπίο. Περιλαμβάνει την νέα κοίτη του ποταμού (2.5 χλμ νότια της κοινότητας Σαγιάδας), την παλαιά κοίτη (0.5 χλμ ανατολικά της κοινότητας Κεστρίνης), αρδευτικά και αποστραγγιστικά κανάλια καθώς και περιοχές που κατακλύζονται συχνά από το νερό της θάλασσας. Η σημερινή έξοδος του ποταμού αποτελεί τεχνικό έργο που πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του 1960 για γεωργικούς σκοπούς. Η έντονη ετήσια τροφοδοσία σε φερτές ύλες δημιούργησε το δέλτα, του οποίου η έκταση είναι περίπου 3 τ.χλμ. Σημαντικό είναι πως παρουσιάζει ικανή έκταση σχετικά αδιατάρακτης ενιαίας φυσικής ζώνης.
Στο Δέλτα συναντούμε ένα πλούσιο μωσαϊκό βλάστησης. Ποικίλες φυτοκοινότητες συγκροτούν 14 τύπους οικοτόπων, από τους οποίους ο οικότοπος "Λιμνοθάλασσες" είναι τύπος προτεραιότητας. Η φυσικότητα και η τυπικότητα ορισμένων από αυτές αναδεικνύουν την αξία της περιοχής.
Ο χλωριδικός κατάλογος αποτελείται από 497 φυτικά είδη. Δεν περιλαμβάνονται απειλούμενα ή σπάνια είδη όπως περιγράφονται στη διεθνή και στην κοινοτική νομοθεσία. Υπάρχουν όμως, αμμόφιλα και υγρόφιλα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση σε τοπικό επίπεδο και χρήζουν προστασία, όπως τα: Pseudorlaya pumila, Calystegia soldanella (καμπανέλες), Alisma plantago-aquatica (πλεμονόχορτο), Cladium mariscus (κοψιάς).
Τα υγροτοπικά ενδιαιτήματα των εκβολών του Καλαμά παρουσιάζουν μεγάλη αξία για την πανίδα. Φιλοξενούνται είδη ερπετοπανίδας που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα II της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43 (βαλτοχελώνα, ποταμοχελώνα, ονυχοχελώνα, κρασπεδοχελώνα, σαπίτης) και στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας (θαλάσσια χελώνα). Σημαντική είναι η παρουσία της βίδρας (Lutra lutra) και της βαλτομυγαλίδας (Neomys anomalus), που επίσης περιλαμβάνονται στο Κόκκινο Βιβλίο, καθώς και της αγριόγατας (Felis silvestris) που σπάνια απαντάται στους ελληνικούς υγρότοπους. Η αγέλη των άγριων αλόγων (Equus caballus) που συναντά κανείς στην νέα εκβολή του ποταμού αποτελεί ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο.
Τόσο η περιοχή του Δέλτα, όσο και η περιοχή των Στενών αποδεικνύονται πρώτιστης σημασίας για την ορνιθοπανίδα που φιλοξενούν. Στις εκβολές παρατηρούνται παγκοσμίως απειλούμενα είδη όπως ο αργυροπελεκάνος (Pelecanus crispus), ο θαλασσαετός (Haliaeetus albicilla), ο βασιλαετός (Aquila heliaca) και η λαγγόνα (Phalacrocorax pygmeus). Μεγάλος αριθμός ερωδιών διαχειμάζουν στη νέα εκβολή, ενώ απαντώνται σπάνια είδη όπως η χουλιαρομύτα (Platalea leucorodia) και ο αργυροτσικνιάς (Egretta alba). Τα Στενά του Καλαμά αποδεικνύονται πολύ σημαντικά για 13 είδη αρπακτικών που εμφανίζονται αλλά και φωλιάζουν στην περιοχή. Η ύπαρξη του Χρυσαετού (Aquila chrysaetos), του Ασπροπάρη (Neophron percnopterus), του Φιδαετού (Circaetus gallicus) και των όρνιων (Gyps fulvus) ενισχύουν την οικολογική αξία του φαραγγιού.
Στα Στενά του Καλαμά απαντώνται 7 τύποι οικοτόπων, οι οποίοι είναι ιδιαιτέρως αντιπροσωπευτικοί. Συνολικά στην περιοχή έχουν καταγραφεί 409 φυτικά είδη. Ο αριθμός των φυτικών ειδών που παρουσιάζουν ιδιαίτερη αξία για τον τόπο είναι σημαντικός. Δεν βρέθηκαν απειλούμενα, σπάνια και προστατευόμενα είδη με βάση τη διεθνή νομοθεσία. Πρόκειται όμως για φυτά που η παρουσία τους αποτελεί δείκτη της οικολογικής κατάστασης των οικοτόπων ή παρουσιάζει φυτοκοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Στον χλωριδικό κατάλογο συγκαταλέγονται τα παρακάτω σημαντικά είδη αυξάνοντας την βιοποικιλότητα της περιοχής: Trachelium jacquini, Azolla filiculoides (Αζώλη), Moltkia petraea (Μόλτκια η πετρώδης), Dictamnus albus (Ρακοβότανο), Lilium martagon.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, η βιοποικιλότητα της περιοχής του Δέλτα και των Στενών του ποταμού Καλαμά, τόσο σε επίπεδο ειδών όσο και σε επίπεδο οικοτόπων, αποδεικνύεται ιδιαιτέρα σημαντική. Η διαχείριση της περιοχής στα πλαίσια της αειφορίας κρίνεται απαραίτητη με σκοπό τη διατήρηση και τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος.

6. Ανθρωπογενείς Παρεμβάσεις στη περιοχή του Δέλτα και των Στενών Καλαμά

Το φυσικό περιβάλλον της περιοχής του Δέλτα και των Στενών Καλαμά επηρεάζεται από τις καθημερινές δραστηριότητές των ανθρώπων που ζουν σε αυτό. Οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες είναι δυνατόν να το υποβαθμίσουν αλλά και να συμβάλλουν στην προστασία και διατήρησή του.

Γεωργία
Στην περιοχή των Εκβολών του ποταμού Καλαμά έχουν γίνει σημαντικές επεμβάσεις τις προηγούμενες δεκαετίες, με την δημιουργία εγγειοβελτιωτικών έργων. Στόχο είχαν την απόδοση μεγαλύτερων εκτάσεων στη γεωργία. Οι αποστραγγίσεις και η κατασκευή αρδευτικών καναλιών οδήγησαν στην αλλαγή του χαρακτήρα του δέλτα και των φυσικών λειτουργιών που πραγματοποιούνταν σε αυτό. Με την εκτροπή του ποταμού μεγάλη έκταση μετατράπηκε σε αγροτική γη αλλά και νέοι παράκτιοι οικότοποι δημιουργήθηκαν στη νέα εκβολή με τις προσχώσεις του ποταμού.
Το μεγαλύτερο μέρος της γεωργικής γης καταλαμβάνει η μηδική, ο αραβόσιτος, η ελιά και το βαμβάκι. Οι περιοχές του Καλαμά και της Παραμυθιάς χαρακτηρίζονται ως περιοχές με μεγάλες δυνατότητες γεωργικής ανάπτυξης.

Κτηνοτροφία
Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας ευνοείται στους υγροτόπους λόγω της αυξημένης ποσότητας και καλής ποιότητας βοσκήσιμης ύλης σε συνδυασμό με την ύπαρξη νερού. Στην περιοχή του δέλτα Καλαμά το μεγαλύτερο ποσοστό των ζώων βόσκει ελεύθερα. Αυτό έχει ως συνέπεια την διατάραξη ορισμένων σημαντικών τύπων οικοτόπων, εξαιτίας της συμπίεσης του εδάφους, της επιβάρυνσης με τις απεκκρίσεις των ζώων και την σταδιακή αλλαγή της σύνθεσης των φυτικών ειδών.
Η ανεξέλεγκτη βόσκηση είναι δυνατόν να απειλήσει άμεσα την επιβίωση ειδών ορνιθοπανίδας.

Αλιεία
Η θαλάσσια αλιεία που ασκείται στον Καλαμά δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και πραγματοποιείται σε περιορισμένη κλίμακα από συνεταιρισμένους αλιείς. Αλιευτικές δραστηριότητες παρατηρούνται ακόμη και στα γλυκά νερά του ποταμού, κοντά στις εκβολές, αλλά όχι συστηματικά.

Τουρισμός
Ο τουρισμός είναι μια ακόμη δραστηριότητα που ασκείται στην περιοχή αλλά όχι ιδιαίτερα οργανωμένα. Το Δρέπανο και η παλαιά εκβολή του ποταμού δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις. Πρόκειται για αμμώδεις περιοχές όπου δραστηριότητες αναψυχής όπως: η κατασκευή αναψυκτηρίων και κέντρων διασκέδασης, η κίνηση οχημάτων, η άσκηση θαλάσσιων σπορ, κ.ά. είναι δυνατόν να υποβαθμίσουν το οικοσύστημα και να επηρεάσουν τη βλάστηση και την ορνιθοπανίδα.

Κυνήγι
Η κυνηγητική δραστηριότητα στον Καλαμά είναι αυξημένη, παρά την ένταξη της περιοχής στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Προστατευόμενων Περιοχών NATURA 2000 και την Κοινοτική Οδηγία 79/409 "για την διατήρηση των άγριων πτηνών".
Οι σημαντικότερες επιπτώσεις του κυνηγιού στην ορνιθοπανίδα είναι η όχληση, η μολυβδίαση από τα σκάγια και η θνησιμότητα ειδών. Η παρουσία μεγάλου αριθμού κυνηγών σε συνδυασμό με τον θόρυβο των πυροβολισμών, διατηρούν τα πουλιά σε μια κατάσταση εγρήγορσης και πανικού, εμποδίζοντάς τα να τραφούν.

Ρύπανση
Η ρύπανση των υγροτόπων προκαλείται κυρίως από βιομηχανικά και αστικά απόβλητα, γεωργικά λιπάσματα και φυτοφάρμακα. Αυτά συνήθως περιέχουν τοξικές ουσίες και βαρέα μέταλλα που περνούν στην τροφική αλυσίδα και προσβάλουν κυρίως τους ανώτερους θηρευτές. Τα γεωργικά λιπάσματα περιέχουν νιτρικές και φωσφορικές ενώσεις που αποτελούν θρεπτικά συστατικά για μικροφύκη (φυτοπλαγκτόν), τα οποία αναπαράγονται έτσι ραγδαία στο νερό και προκαλούν το επικίνδυνο φαινόμενο του "ευτροφισμού". Προκαλείται αύξηση της θολερότητας, δραματική ελάττωση του διαλυμένου οξυγόνου, και σε μερικές περιπτώσεις έκλυση τοξινών. Όλες αυτές οι αλλαγές μπορεί να προκαλέσουν μαζικούς θανάτους ψαριών αλλά και πουλιών.
Ο Καλαμάς παρουσιάζει υψηλό μικροβιακό φορτίο που οφείλεται στην παράνομη ρίψη απορριμμάτων, τη ρύπανση από γεωργικές καλλιέργειες, και στα αστικά λύματα και τα κτηνοτροφικά απόβλητα που καταλήγουν σε αυτόν ανεξέλεγκτα.

Πυρκαγιές
Οι πυρκαγιές χρησιμοποιούνται από τους κατοίκους της περιοχής ως μέσο απομάκρυνσης της ανεπιθύμητης βλάστησης με στόχο την διατήρηση ή δημιουργία γεωργικών εκτάσεων ή βοσκότοπων. Η δραστηριότητα αυτή έχει ως αποτέλεσμα την άμεση εξολόθρευση πληθυσμών και την καταστροφή των οικοτόπων τους.