Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
5 Ιουνίου, Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος
 

Περιβαλλοντική Πολιτική για την Αειφορική Ανάπτυξη
Η Πρόκληση του 21ου Αιώνα


Απόστολος Κατσίκης
Καθηγητής Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Πανεπιστημίου Ιωαννίνων απόφοιτος της Ζωσιμαίας Σχολής



Η Δανία πρόκειται να φιλοξενήσει το Δεκέμβριο του τρέχοντος έτους στην Κοπεγχάγη τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές αλλαγές, γνωστή ως COP15, στην οποία αναμένεται να παρευρεθούν 15.000 σύνεδροι απΆ όλο τον κόσμο. Η διάσκεψη της Κοπεγχάγης αναμένεται να αντικαταστήσει στο μέλλον το «Κιότο» ως σημείο αναφοράς της θέσπισης μέτρων και της αναπροσαρμογής των οικολογικών παραμέτρων που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος, ειδικότερα των επιπτώσεων των κλιματικών αλλαγών. Τα αποτελέσματα της διάσκεψης του Κιότο (1997) αποτελούν μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για τα περιβαλλοντικά δεδομένα και την εφαρμοστέα περιβαλλοντική πολιτική. Για το λόγο αυτό γίνεται παρακάτω συνοπτική αναφορά στο ιστορικό σύγκλισης της διάσκεψης και παρατίθενται τα βασικά σημεία - αποφάσεις της Χάρτας του Κιότο.

Η προϊστορία των διασκέψεων
Πέντε χρόνια μετά από τη διάσκεψη του Ρίο (1992) και έπειτα από την διαπίστωση ότι τα «μέτρα» τα οποία έπρεπε να ακολουθήσουν τις προδιαγραφές της συνόδου δεν είχαν φέρει παρά μηδαμινά αποτελέσματα, συγκαλείται στο Κιότο της Ιαπωνίας, το Δεκέμβριο του 1997, νέα διάσκεψη με αντικείμενο τον περιορισμό των εκπομπών ρύπων οι οποίοι, διαπιστωμένα πλέον, είναι υπεύθυνοι για τις κλιματικές αλλαγές. Το γεγονός και μόνο ότι σε χρονικό διάστημα μόλις πέντε ετών η οδυνηρή πραγματικότητα αναγκάζει τους αρχηγούς των κρατών της Γης να συσκεφθούν με αντικείμενο το μέλλον του πλανήτη μας, είναι ενδεικτικό της συνεχώς επιδεινούμενης κατάστασης της Γης. Συγχρόνως αποδεικνύει το μέγεθος της αποτυχίας της σύσκεψης του Ρίο. Η συμφωνία του Κιότο φιλοδοξούσε, καταρχήν, να δώσει ανάσα ζωής σε έναν πλανήτη που είχε εκπέμψει από χρόνια SOS. Το μεγάλο συν και ταυτόχρονα το πλεονέκτημα σε σχέση με το Ρίο είναι ότι στη διάσκεψη κορυφής του Κιότο συμφωνήθηκε η δημιουργία, τουλάχιστον, ενός μηχανισμού ελέγχου των μέτρων. Η εν λόγω συμφωνία αναφέρεται στη μείωση των εκπομπών ρύπων που προκαλούν το «φαινόμενο του θερμοκηπίου». Στην πράξη αυτό σήμαινε-σημαίνει ότι οι χώρες οι οποίες είναι αναπτυγμένες βιομηχανικά θα έπρεπε-πρέπει να μειώσουν τις εκπομπές αυτές έτσι ώστε να περιορισθεί και η επίδραση των συνεπειών στο περιβάλλον.

Ο θλιβερός απολογισμός
Δυστυχώς, λίγα χρόνια μετά την πολυδιαφημισμένη διάσκεψη του Ρίο αλλά και τη σύσκεψη κορυφής του Κιότο, διαπιστώνεται ότι ο κόσμος βρίσκεται πολύ μακριά από την επίτευξη του κεντρικού στόχου, της εφαρμογής δηλαδή μιας οικονομικής πολιτικής βασισμένης στις αρχές της αειφόρου ανάπτυξης. Ο απολογισμός είναι μάλλον θλιβερός. Η ρύπανση και η μόλυνση της ατμόσφαιρας και των υδάτων θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή 1,5 δις ανθρώπων, ένα δις ζει χωρίς την παροχή ποσίμου ύδατος, λιγότερο από το 25% του παγκόσμιου πληθυσμού καταναλώνει το 75-80% των πρώτων υλών και πετάει το 75% υπό μορφή απορριμμάτων, ο βιολογικός πλούτος της Γης μειώνεται ταχύτατα και μη αναστρέψιμα, υγρότοποι αφανίζονται θυσία στο βωμό της ανάπτυξης, το παγκόσμιο κλίμα έχει υποστεί σημαντικότατες αλλαγές με ανυπολόγιστης σημασίας επιπτώσεις, για να περιοριστούμε απλά σε μια απαρίθμηση των σημαντικότερων περιβαλλοντικών προβλημάτων.
ΣΆ αυτά τα προβλήματα καλείται το Δεκέμβριο να δώσει λύσεις η διάσκεψη της Κοπεγχάγης η οποία έρχεται ως συνέχεια της Συνδιάσκεψης του ΟΗΕ (UNFCCC) για το κλίμα που πραγματοποιήθηκε στο Μπαλί της Ινδονησίας από τις 3 έως τις 15 Δεκεμβρίου 2007, η οποία και θεωρείται ως η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα προσπάθεια σε πολιτικό επίπεδο υπό τον ΟΗΕ για την αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος (συμμετείχαν 187 χώρες). Στην παραπάνω διάσκεψη διαπιστώθηκε ότι η αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, η προστασία και η διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος γίνεται συνεχώς πιο επιτακτική, ξεπερνώντας τα όρια μιας απλής διαχειριστικής πολιτικής.
Για να παρουσιασθούν όλες οι πτυχές του θέματος, θετικές και αρνητικές, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το 2007 ήταν η χρονιά στην οποία έγιναν σημαντικά βήματα για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών και την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Πρόοδος σημειώθηκε τόσο σε επίπεδο ανάληψης πρωτοβουλιών και διεθνούς συμμετοχής στην αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος, στον τομέα εφαρμογής των αναγκαίων καινοτομιών στον τρόπο παραγωγής και χρήσης της ενέργειας, καθώς και σε επίπεδο προσαρμογής των χωρών στις αναπόφευκτες συνέπειες της αλλαγής του κλίματος.

Διαπιστώσεις και αναγκαιότητες
Εφόσον όμως έχει πραγματοποιηθεί σχετική, έστω, πρόοδος στο θέμα των εκπομπών ρύπων και της αντικατάστασης των συμβατικών καυσίμων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, γιατί θεωρήθηκε επιτακτική η ανάγκη σύγκλισης, σε μικρό μάλιστα χρονικό διάστημα, μιας νέας συνδιάσκεψης για τις κλιματικές αλλαγές και τις επιπτώσεις τους στη Γη; Η απάντηση προκύπτει από τις πρόσφατες εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων οι οποίες είναι εξαιρετικά δυσοίωνες για το μέλλον του πλανήτη μας. Η ανοδική πορεία της μέσης θερμοκρασίας της Γης, αποτελεί διαπίστωση αναμφισβήτητη κατά τα τελευταία χρόνια. Η Διακυβερνητική Επιτροπή για τις κλιματικές αλλαγές (Intergovernmental Panel on Climate Change, IPCC), είναι κατηγορηματική όσον αφορά την παραπάνω διαπίστωση. Προχωρεί μάλιστα ένα βήμα πιο μπροστά αποδίδοντας το αιτιατό (την αύξηση της θερμοκρασίας) σε συγκεκριμένο αίτιο, διασυνδέοντας δηλ. τη θερμοκρασιακή αύξηση με το λεγόμενο «φαινόμενο του θερμοκηπίου», το οποίο με τη σειρά του παραπέμπει στην αύξηση της συγκέντρωσης CO2 στην ατμόσφαιρα ως προϊόν καύσεων.
Ενδιαφέρουσα και συγχρόνως ανησυχητική είναι η παράθεση της μεταβολής του ποσοστού απόδοσης των αλλαγών σε ανθρωπογενείς παράγοντες: ενώ το 2001 τα μέλη της επιτροπής θεωρούσαν ότι η πιθανότητα εξάρτησης των μεταβολών από ανθρώπινες δραστηριότητες ανέρχεται σε 60% σήμερα, μετά τη διάσκεψη του Παρισιού, Ιανουάριος 2007 και της Βαλένθια, Νοέμβριος 2007, το ποσοστό αυτό φθάνει στο 90%. Υπογράμμισαν δε ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για καθυστερήσεις όσον αφορά στην ανάληψη δράσης: αν δεν αλλάξει η σημερινή κατάσταση, το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο με ανυπολόγιστες επιπτώσεις στο περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία.
Αυτό που έχει ήδη διαφανεί, αλλά που θα αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο για το μέλλον από περιβαλλοντική άποψη, είναι η παγκοσμιότητα και η ένταση των οικολογικών προβλημάτων. Η διαχείριση των περιβαλλοντικών παραμέτρων αλλά και η εξάλειψη των αιτίων της οικολογικής κρίσης αποτελούν την πρόκληση του 21ου αιώνα. Η αμεσότητα της πρόκλησης συνίσταται στη μετάβαση από την κοινή προοπτική ενός πλανήτη που κινδυνεύει στη διεθνή συνεργασία και τις αποτελεσματικές εκείνες ενέργειες που απαιτεί η διάσωσή του.

«Όποιος προτείνει θεραπεία για την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης αναλαμβάνει, κατά κάποιο τρόπο, να αλλάξει την πορεία της ιστορίας», τονίζει ο Barry Commoner στο βιβλίο του «Ο κύκλος που κλείνει».

Η περιβαλλοντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)
Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής αλλά και της φιλοσοφίας του «προλαμβάνειν και ουχί θεραπεύειν» και καθώς γίνεται όλο και περισσότερο προφανές ότι ο πλανήτης αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο μη αναστρέψιμης περιβαλλοντικής υποβάθμισης, η ΕΕ έλαβε και θα λάβει σειρά μέτρων τα οποία αποσκοπούν στην όσο το δυνατόν ορθολογικότερη διαχείριση των περιβαλλοντικών παραμέτρων. Ήδη, μάλιστα εκτός και πάνω από τις συμβατικές υποχρεώσεις του Κιότο, προλαβαίνοντας ίσως και τις αποφάσεις της Κοπεγχάγης είχε-έχει διαμορφώσει σαφή και ολοκληρωμένη πολιτική για το ενεργειακό πρόβλημα και τις κλιματικές αλλαγές. Απέδειξε μάλιστα ότι η λήψη μέτρων υπέρ του περιβάλλοντος δεν συνεπάγεται μείωση των ρυθμών ανάπτυξης, καταρρίπτοντας έτσι το μύθο περί του μη ρεαλιστικού της εφαρμογής της αειφόρου ανάπτυξης. Έτσι, ενώ οι εκπομπές των 27 κρατών μελών της ΕΕ μεταξύ των ετών 1990 -2005 μειώθηκαν κατά 7,9%, η οικονομία τους παρουσίασε ανοδική πορεία. Η επίτευξη αειφορικής ανάπτυξης είναι εφικτή εφόσον όλες οι χώρες της ΕΕ εφαρμόσουν πιστά όλες τις προβλεπόμενες ενέργειες.
Η πρόληψη εμφάνισης και η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της οικολογικής κρίσης συνεπάγεται βέβαια ριζοσπαστικές αλλαγές σε πολλούς τομείς. Βασικά όμως ο τομέας ο οποίος συνιστά προτεραιότητα υψίστης σημασίας είναι ο ενεργειακός. Για το λόγο αυτό η ΕΕ επικεντρώνει τις προσπάθειές της στη λήψη άμεσων μέτρων που αφορούν στον τρόπο παραγωγής και στη μείωση της απαιτούμενης από την ανθρωπότητα ενέργειας. Ουσιαστικά πρόκειται για ενεργειακή επανάσταση που θα μεταβάλλει αποφασιστικά τον τρόπο παραγωγής, τη χρήση και το είδος ενέργειας που θα χρησιμοποιούμε.

Μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης
Για να επιτευχθούν οι στόχοι, ήτοι ο περιορισμός της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας μόνον κατά 2 °C η ΕΕ αποφάσισε τη μείωση των εκπομπών των θερμοκηπιακών αερίων κατά 20% μέχρι το 2020 και τούτο ανεξάρτητα από το τι θα πράξουν οι άλλες χώρες. Για την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου αποφασίστηκε η λήψη συγκεκριμένων μέτρων τα κυριότερα των οποίων είναι:
• Η εξοικονόμηση του 20% της κατανάλωσης ενέργειας μέσω της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης
• Η αύξηση στο 20% της συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ολική παραγόμενη ποσότητα ενέργειας
• Η συμμετοχή κατά 10% των βιοκαυσίμων στην κατανάλωση καυσίμων (αλλά από καλλιέργειες που δεν προορίζονται για την παραγωγή τροφίμων)
• Η ανάπτυξη –εφαρμογή τεχνολογιών χαμηλών-μηδενικών εκπομπών.

Η διαφοροποίηση στα μέσα παραγωγής ενέργειας, ήτοι η στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πέρα από την προστασία του περιβάλλοντος από την εκπομπή ρύπων, οδηγεί και στην αποδέσμευση της ΕΕ από την ανάγκη εισαγωγής συμβατικού χαρακτήρα καύσιμων. Σήμερα το 80% της ενέργειας που καταναλώνει η ΕΕ προέρχεται από ορυκτά καύσιμα –πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακα -τα οποία είναι, ως επί το πλείστον, εισαγόμενα. Αν δεν αλλάξει ο τρόπος παραγωγής ενέργειας και δεν γίνει λελογισμένη χρήση, τότε μέχρι το 2030 η εξάρτηση από το εισαγόμενο πετρέλαιο μπορεί να φθάσει το 93% και από το αέριο το 84%.
Το πρόβλημα της εξάρτησης από ενεργειακές πηγές συμβατικού χαρακτήρα, αλλά συγχρόνως και από συγκεκριμένες χώρες προμήθειας, είναι υπαρκτό και πολύπτυχα σοβαρό. Η αντιμετώπισής του- και στα πλαίσια των μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος- είναι αφενός η προώθηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών παραγωγής ενέργειας ή η χρήση πυρηνικής. Η ΕΕ υποστηρίζει την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές –υδραυλική, αιολική, ηλιακή και ενέργεια βιομάζας- και έθεσε ως στόχο την εξασφάλιση του 12% της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έως το 2010 (20% ως το 2020).
Στον τομέα μεταφορών προωθείται η επίτευξη του στόχου το 10% των καυσίμων να προέρχεται από βιοκαύσιμα, επίσης ως το 2020. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω σε ορισμένες χώρες η αυξημένη ζήτηση ενέργειας στο μέλλον θα καλύπτεται και από πυρηνικούς αντιδραστήρες σχάσης.
Τόσο η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας όσο και η χρήση συμβατικών καυσίμων συνοδεύονται από την είσοδο στη διαδικασία παραγωγής καινοτομιών προηγμένης τεχνολογίας. Οι απαντήσεις στα περιβαλλοντικά ενεργειακά -και όχι μόνον- προβλήματα, έρχονται από τον τομέα οικολογική καινοτομία και τα επιτεύγματά της. Η ΕΕ προωθεί την έρευνα και την ανάπτυξη στους τομείς αντιρύπανσης, εξοικονόμησης ενέργειας, και εφαρμογών αειφορικής παραγωγής ενέργειας. Όλα τα παραπάνω όμως συνεπάγονται και τη λήψη μέτρων που αποσκοπούν στη μείωση της χρησιμοποιούμενης ενέργειας ή στην αποτελεσματικότερη χρήση της. Στόχος της ΕΕ για το 2020 είναι η μείωση της ενέργειας κατά 20%, μέσω της χρήσης τεχνολογιών εξοικονόμησης, αλλά και της αλλαγής ενεργειακής συμπεριφοράς εκ μέρους όλων των καταναλωτών. Η επίτευξη του εν λόγω στόχου μπορεί να αποφέρει μείωση των ενεργειακών δαπανών κατά 100 δισ. Ευρώ το χρόνο.

Αντί επιλόγου
Οι στόχοι βέβαια είναι φιλόδοξοι και σαφώς οι πολίτες της Ευρώπης αλλά και της Οικουμένης ευρύτερα θα πρέπει να είναι επιφυλακτικοί όσον αφορά την υλοποίησή τους. Αυτό όμως το οποίο όλοι θα πρέπει να έχουμε υπόψη είναι το γεγονός ότι καμία πολιτική κρατών, κυβερνήσεων ή συνασπισμών και φορέων δεν πρόκειται να έχει ευτυχή κατάληξη αν δεν τυγχάνει της υποστήριξης των απλών ανθρώπων και μάλιστα στην καθημερινότητά τους.
Είναι βέβαιο ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν από τη σύνοδο του Ρίο και του Κιότο, λόγω της παγκοσμιοποίησης και συνάμα επιδείνωσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων, η ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης στα περιβαλλοντικά προβλήματα διαρκώς εντείνεται και ότι αυτό σαφώς αποτελεί παρήγορο και ενθαρρυντικό γεγονός. Αυτό που απαιτείται είναι η ενίσχυση της περιβαλλοντικής συνείδησης των πολιτών. Επιτακτική, λοιπόν, προκύπτει η ανάγκη της έγκαιρης διάπλασης ενός νέου τύπου πολίτη με οικολογική παιδεία και συνείδηση και με τη διάθεση να συμμετάσχει ενεργά στα κοινά, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η περιβαλλοντική ποιότητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως αναφέρθηκε, επιδιώκει πάνω απΆ όλα, με συνέπεια την εφαρμογή των αρχών της «αειφόρου ανάπτυξης», προσπαθώντας να εξισορροπήσει την προστασία του περιβάλλοντος με την οικονομική πρόοδο και την κοινωνική ανάπτυξη.
Η διαχείριση του περιβάλλοντος στη βάση της αειφορίας που εμπεριέχει τη συνέχεια της ζωής και τη διαφύλαξη των φυσικών πόρων αποτελεί, ίσως, τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη γενιά του 21ου αιώνα. Και στην προσπάθεια υλοποίησης των στόχων αυτής της πρόσκλησης-πρόκλησης όλοι οι πολίτες της Γης οφείλουμε να είμαστε παρόντες.


Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στον "Ηπειρωτικό Αγώνα" στις 5 Ιουνίου 2009 ως αφιέρωμα στην Ημέρα του Περιβάλλοντος.